Author: John Pavlou

ΜΑΡΤΙΑΙ ΕΙΔΟΙ*

«Κι όταν θα φθάσεις στην ακμή σου, Καίσαρ πια*…»
Ο Μάρτιος, αν ήταν μαθητής στον Μυστικό Δείπνο, θα ήταν σίγουρα ο Πέτρος. Εκεί που θ΄απαρνηθεί τρις την ίδια στιγμή τραβάει το μαχαίρι και κόβει το αυτί του ασεβούς από τον όχλο.
Στο χωριό μας συνήθως ο Μάρτιος εσύχναζε στ΄αμπέλια με γυρισμένα τα μανίκια του, που φαίνονταν τα κάτασπρα ανήλιαγα χέρια του. Για βραχιόλι είχε μια κόκκινη κλωστή από στημόνι για να μη τα κάψει ο ήλιος.
Στ΄αμπέλια τα κούρβουλα ήταν όλα ίδια, δεν ξεχώριζε η ράτσα τους σ΄αυτήν τη μεγάλη ισότητα. Και όλα τα ονόματα ήταν εκεί, γραμμένα στη σειρά τους στα κατάστιχα της καλλιέργειας του θείου αυτού φυτού.
Η Χλώρα, η Σφάκα, το Μαυρούδι, ο Βοϊδομάτης, ο Ροδίτης, το Φιλέρι, η Τουρκοπούλα, το Μερκούρι, το Μοσχούδι, όλα εκεί με κομμένα τα κλήματά τους σαν δάχτυλα κομμένα, που έσταζαν ένα πηχτό δάκρυ σαν μάτια που είχανε πονέσει πολύ.
Το πρωϊ απ΄έξω από τα καφενεία στη σειρά ήταν οι αξίνες, όπως τα όπλα που αφήνουνε οι στρατιώτες στις μικρές ανάπαυλες του πολέμου. Μέσα στα καφενεία στου Ντούμα, στου Νικολάκη, στου Ντούντουνα, οι εργάτες είχανε πιει τα πρώτα τους κονιάκ, έτσι για να βάλουνε σε σειρά τα πράγματα μέσα τους. Οι Λασδικαίοι, οι Περσεναίοι, οι Κολολετσιάνοι και οι δικοί μας. Έτοιμοι όλοι να σκορπιστούνε στα μεγάλα αμπέλια: Στου Σφαλαχτού, στου Βορρού, στη Μποκρίλα, στο Χέρωμα.
Ο ήχος από τις αξίνες και τις βαριές ανάσες ακούγονταν μέχρι απέναντι στα Μισοράχια. Μια μικρή ανάσα, φτύνουν τις παλάμες τους και ξαναρχίζουν το βαρύ τούτο έργο. Εκεί στο κολατσιό θα έπιναν μια κούπα από τούτο το θείο και ευλογημένο πιοτό και θα δόξαζαν το μέγα αυτό δημιούργημα. Κανείς όμως δεν είπε ποτέ τίποτα για τον Μάρτιο που καθότανε αντρικά πάνω στο μεγάλο κούρβουλο στην πάνω γράνα με τους μυροφόρους μάραθους και τις ρίγανες. Κι ο κόπος των εργατών βαρύς και δύσκολα πληρωνότανε σε τούτες τις εργατιές των φτωχών και των εργατικών ανθρώπων.
Αργά το απόγιομα θα γύριζαν με τις αξίνες στον ώμο τους και θα συναντιόντουσαν όλοι στ΄ αμπέλι τ΄ ανήμπορου, της χήρας, του αρρώστου, του γέρου και θα έσκαβαν όλοι μαζί σιωπηλοί και αψείς ξέροντας καλά την αποστολή τους. Λένε, εγώ δεν το είδα, ότι και ο Μάρτιος σε τούτες τις ξέλασες σήκωνε κι αυτός αξίνα και κοκκίνιζαν οι παλάμες του μιας και ήταν αμαθής σε τέτοιες βαριές εργασίες.
Το σούρουπο πια οι αξίνες κουρασμένες κι αυτές στέκονταν ακουμπισμένες στον τοίχο στο περίπτερο της Λαμπίας σαν ανθρώπινα σώματα. Μέσα στο μικρό περιπτεράκι θα πίνανε ένα τελευταίο κονιάκ για την μεγάλη ισορροπία της ψυχής σε τούτο το ξόδεμα των σωμάτων.
Ο Μάρτιος ανέβαινε πια τραγουδώντας απέναντι στην Κορδέλα έχοντας στην τσέπη του λίγο χαλβά με αμύγδαλα για τις νηστείες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Στην εκκλησία ακούγονταν οι ωραίοι ψαλμοί των Χαιρετισμών. Οι Χαιρετισμοί ήταν άλλωστε η μεγάλη αναγγελία της Άνοιξης και της Ανάστασης. Και ο έρωτας επίσης εσύχναζε εκεί έξω στην εκκλησία και στην πλατεία, φίλος κολλητός κι αυτός λένε του Μαρτίου.
Το Σάββατο το σούρουπο, θα μαζευόντουσαν όλα τα παιδιά με τα πεινασμένα μάτια να μαζέψουν τα σπερνά από τις μεγάλες συγχωρέσεις και παρουσίες των ψυχών. Οι φωνές ακούγονταν ως πέρα στις γειτονιές : «Δώσε μου και μένα θειά και θεός σχωρέστους».
Το άλλο πρωί ακούστηκαν φωνές στο σχολείο: «Ήρθανε τα χελιδόνια, ήρθανε τα χελιδόνια»
Πλέον ήτο βεβαία η άφιξις της Ανοίξεως.
Σε λίγες μέρες οι ωραίες φωλιές, σαν μικρά καρβέλια ψωμί, ήταν έτοιμες κάτω από τις μασχάλες των μπαλκονιών. Όποιος γκρεμίσει λένε φωλιά χελιδονιού είναι εχθρός του Μαρτίου και μένει πάντα εκτός της Ανοίξεως εκεί στον Χειμώνα μέσα του, όπως επίσης και απέξω από τη θεία λειτουργία του Σύμπαντος. Και πόσο μοιάζουμε πια και μεις με τα χελιδόνια, μόνο που δεν κρατάμε το λόγο μας για τις επιστροφές τις ειδές ημέρες του Μαρτίου.
Τα παιδιά πια θα είχαν αρχίσει την αποστήθιση των ποιημάτων της 25ης Μαρτίου με την επώδυνη εκείνη αναζήτηση των εθνικών ενδυμάτων. Ακομη χαράζουν το δέρμα μου τα αποφόρια των μεγάλων στις εθνικές εκείνες καρικατούρες των μελλοντικών ηρώων. Από την άλλη αίθουσα στο σχολείο ακούγονταν η δυνατή φωνή των μεγάλων, που έφτανε ίσια στη λάκα με τις ψηλές αριές και τις κουτσουνίδες.
«Μέριασε βράχε να διαβώ
το κύμα ανδρειωμένο
λέει στην πέτρα του γιαλού
θολό συννεφιασμένο.»*
Μετά θα περνούσαμε σε ίσιες σειρές κάτω από τα προστάγματα των εντολέων μέσα από την αγορά για την εκκλησία με τους μεγάλους και τα στεφάνια.
Μετά θα μετρούσαμε κάθε μέρα τις ημέρες για το Μεγάλο Πάσχα.
«… ας περιμένει ακόμη
κι η Σύγκλητος αυτή, κι ευθύς να τα γνωρίσεις
τα σοβαρά γραφόμενα του Αρτεμιδώρου.»*
Κ. Π. Καβάφης

 
* Τίτλος ποιήματος του Κ.Π.Καβάφη. Ειδοί: Οι δέκα τελευταίες ημέρες του μήνα.
* Ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη

  • Ως αρχαίος χορός

Ως αρχαίος χορός

Τα μοιρολόγια είναι μια κορυφαία στιγμή στον πολιτισμό μας και στην ανθρώπινη ιστορία. Έτσι και το χωριό μας δεν θα μπορούσε να μην ήταν κομμάτι αυτού του μεγάλου «δράματος» που παίζεται στις «ορχήστρες» των δικών μας θεάτρων. Ως αρχαίος χορός λοιπόν οι μοιρολογητές και μοιρολογίστρες στέκονταν ενώπιον του μεγάλου πρωταγωνιστή – του νεκρού – στα φτωχά δωμάτια του χωριού μας. Η νεκρώσιμος αυτή «λειτουργία» ως τελευταία πράξη στο αιώνιο δράμα της ζωής και του θανάτου είναι από τις μεγαλύτερες στιγμές, όπως είπαμε στον δικό μας πολιτισμό. Έρχονταν λοιπόν, ως έτοιμοι από καιρό, εκπαιδευμένοι στα μεγάλα σχολεία της ζωής και της παράδοσης αυτά με σπουδαία μέλη αυτού του χορού. Το βράδυ στη μεγάλη νεκρώσιμη αγρυπνία, ως θεϊκοί παραστάτες, άρχιζαν αυτό το μεγάλο δρώμενο με τους ατελείωτους στίχους, με όλες τις μουσικές, με όλες τις μελωδίες της φυλής. Λέξεις σαν άπειρες, παύσεις, σαν αιώνιες σιωπές στην χάσκουσα και θορυβώδη αιωνιότητα των ασεβών. Τις θυμάμαι καλά αυτές τις γυναίκες σε αυτές τις παραστάσεις και πάντα τις έβλεπα με απόλυτο σεβασμό για το μεγάλο τους αυτό έργο.

Την θεία Ελένη την γυναίκα του Σωτήρη του Αθανασόπουλου την θειά Βασίλω την Δούμαινα και την θειά Αγγέλω τη Μηλιώναινα και άλλες.

Εκεί, ως μεγάλη συνέχεια της παράδοσης στο ανέβασμα στη σκηνή της Αρχαίας Τραγωδίας ο Γεωργάκης ο Λέντζος φορτωμένος με όλους τους ρόλους που μόνον άντρες έπαιζαν στην Αρχαία Ελλάδα, της Αντιγόνης, της Μήδειας, της Εκάβης και άλλοτε ως κορυφαίος αυτού του χορού να ψάλλει όλους τους στίχους σε τούτο το κατευόδιο των δικών μας νεκρών των δικών μας αθανάτων. Τόσοι δεκαπεντασύλλαβοι, τόσοι στίχοι που στέκονται δίπλα

στο τραγούδι του Νεκρού Αδελφού όρθιοι και ψηλοί, το ίδιο. Τι κρίμα που δεν κρατήσαμε τούτα τα μεγάλα μυστήρια κάπου, έστω και μέσα μας, τα ακεραία ποιήματα των μεγάλων ποιητών, ως θριαμβευτικές ερμηνείες μεγάλων ηθοποιών. Και ας λένε κάποιοι ότι δεν «ζούσαν» τον ρόλο, μα ο μεγάλος ηθοποιός δεν είναι να γίνει ο ίδιος ρόλος, αλλά να υποκριθεί τον ρόλο στην μεγάλη αυτή εσωτερική απόσταση που μεγαλουργεί κανείς στο δράμα.

Στο δράμα της ζωής.

  • Οι Μπαρμπούτες

Οι Μπαρμπούτες

Το Τριώδιο άνοιξε. Οι υποσχέσεις της αφίξεως της Άνοιξης ελοχεύουν στα μικρά χαμόγελα του Φεβρουαρίου. Απόκριες! Οι πανάρχαιες τελετές στην Άνοιξη, στη ζωή, στη γονιμότητα, στη Γη, στις αισθήσεις. Ρόλος αρχαίος ως ευχαριστία στη φύση και στους Θεούς της μεγάλης αυτής δωρεάς. Και άλλες φορές σε ακραίες ακόμη εκφάνσεις αυτής της θείας διαδικασίας οι άνθρωποι πλησιάζουν το θείο και την αιωνιότητα. Έτσι, αυτές οι τελετές πέρασαν ως ακριβή συνέχεια με την υγρή σκυτάλη της παράδοσης. Πώς θα γινόταν αλλιώς, που στον δικό μας τόπο η Άνοιξη έρχεται ως κυρίαρχη των πάντων! Και σε τούτο τον τόπο, τον σκληρό και άγονο, πρέπει να δοξαστεί η γονιμότητα, ο έρωτας, η ζωή. Σ’ αυτές τις λίγες ημέρες πρέπει να δοξαστούν τα ένστικτα και τα πάθη του ανθρώπου. Αυτές τις λίγες ημέρες οι άνθρωποι γίνονται ελεύθεροι και αποφυλακίζονται από τα μη και τα πρέπει όλων αυτών των εντολέων που του στερούν τη χαρά της ζωής.

Την τελευταία Κυριακή των Απόκρεων εκεί στο σούρουπο μαζί με τις νυχτερίδες άρχισαν να βγαίνουν από τις ρούγες και τις σκοτεινές αυλές, οι «μπαρμπούτες», οι «μπούλες» σαν κινούμενα σκιάχτρα φοβίζοντας τον χειμώνα, φοβίζοντας το κακό, την ξηρασία, την κακή χρονιά, τον θάνατο.

Γυναίκες, άνδρες σε άλλους ρόλους με τα λιγοστά σκουτιά τους με μουτζούρες και στάχτες, τσοκάνια κρεμασμένα στο λαιμό τους, τομάρια από γίδες και γουρουνοτόμαρα φορεμένα ως λεοντές και περικεφαλαίες. Περνούσαν με μεγάλο θόρυβο στις γειτονιές κτυπώντας τις θύρες στα σπίτια, πειράζοντας τους γέρους με λόγια απαγορευμένα τις κανονικές ημέρες, με χειρονομίες πονηρές και «προσευχές», αγιασμένες όμως την ημέρα τούτη.

Και το μεγάλο ραβδί ως φαλλικό σύμβολο να ορίζει το θαύμα του έρωτα και τις γονιμότητας. Και τα παιδιά να τρέχουμε πίσω περιγελώντας από άγνοια και φόβο τις «μπαρμπούτες». Και τα σπίτια ανοίγουν για να πάρουν και την ευλογία, αλλά ήταν ύβρις και βλασφημία κάποιος να αποκαλυφθεί από βία ή από δική του θέληση. Οι «μπούλες» με αυτό το ωραίο αναρχικό και ελεύθερο τρόπο επικοινωνούσαν τη μεγάλη κυριαρχία των ενστίκτων.

Και ο φόβος της μάσκας και ο φόβος του αλλότριου προσώπου συνυπήρχε στα ορθάνοιχτα μάτια των παιδιών και των ζώων που ακολουθούσαν την πομπή, ως περιφορά του ερωτικού ξοάνου και πολιούχου αγίου των ημερών αυτών με τις σπονδές της φύσης.

Αργότερα θα έφθανε στην πλατεία ο βασιληάς Καρνάβαλος με την μεγάλη νεκροκεφαλή («κοκάλα») του αλόγου. Με το μηχανισμό να ανοιγοκλείνει τα μεγάλα σαγόνια της ορίζοντας το ποιος κάνει κουμάντο εδώ, τούτο το βράδυ. Το ίδιο ως χάρος, ως θεός άλλος που το όνομά του δοξάζεται στις εσχατιές της απελευθερούσης από τη φθορά του σώματος. Τώρα πίσω από το βασιληά δεν ακολουθούσε κανένας, κανένας δεν έπαιρνε το ρίσκο εκείνο της πιθανής αποκαλύψεώς του, διότι εφοβείτο την «μάσκα» αυτή την τρομακτική της νεκροκεφαλής του αλόγου. Σε λίγο θα ήτανε και στο χορό η «αρκούδα» που είχε ενδυθεί με το μαύρο γουρουνοτόμαρο ο μέγας διασκεδαστής Ανδρέας Κοτσιράς (Κουτσουμπάς). Την αλογίσια νεκροκεφαλή φορούσαν τα αδέλφια Ηλίας και Φώτης Αργ. Λέντζος. Ωραία ήτο και η αποκριάτικη παράστασις του γιατρού που «έπαιζε» ο Θοδωρής Γεωργόπουλος (Ντουβέλας). Σε σπουδαίους ρόλους ενθυμούμαι και τις γυναίκες του χωριού μας Χρυσάνθη Α.Κάντζου, της Μαρία Μαρκοπούλου κλπ.

Μετά από χρόνια βρέθηκα και πάλι στο χωριό απόκριες, τίποτα δεν ακούγονταν στις γειτονιές, ούτε τσοκάνια, ούτε φωνές, ούτε σκυλιά να γαυγίζουν, ούτε σκιές να μπαίνουν στις αυλές ως σκιάχτρα αεικίνητα. Μόνο στο μελαγχολικό καφενείο μπήκαν δύο μικρά παιδιά, ντυμένα «μπούλες» κάποιος «μεγάλος» τους τράβηξε την πλαστική τους μάσκα και αποκαλύφθηκε το πρόσωπό τους, αυτά βάλανε τα κλάματα κι έφυγαν πετώντας τις μάσκες τους κάτω, μην αντέχοντας αυτήν την αποκάλυψη.

Τώρα τις απόκριες το σούρουπο την τελευταία Κυριακή, βγαίνουν μόνο οι νυχτερίδες στις σκοτεινές γειτονιές με τις σκιές εκείνες ακόμη αποτυπωμένες στον δρόμο. Και βαθειά στη λάκα στο σχολείο, ακούγονται τσοκάνια, φωνές και τραγούδια μέχρι την πλατεία με τα κλειστά σπίτια.

  • Πλανόδια Επαγγέλματα

Πλανόδια Επαγγέλματα

Ο «Καραβατάς».

Ακουμπούσε στο πεζούλι τη μικρή του «βαντάκα» με όλα τα ψιλικά του κόσμου. Σε λίγο όλες οι γυναίκες στην κάθε ρούγα μαζευόντουσαν για να αγοράσουν τα σπουδαία αυτά προϊόντα από τον «πλανόδιο» έμπορο. Τον Καραβατά, από το διπλανό χωριό μας, το Δούκα. Η καταγωγή του ήταν από τη Βύλιζα ωραίο χωριό, αγνάντιο στον Αλφειό, όπως κατεβαίνουμε στην οδό από Λάλα για Αρχαία Ολυμπία στο αριστερό μας χέρι.

Ο Καραβατάς ήταν το πιθανότερο εσώγαμβρος στο Δούκα. Εγώ τον θυμάμαι έτσι γέρο με καλά και κακά συναισθήματα, τα καλά είναι για τούτο το επάγγελμα του πλανοδίου, τα κακά θα το ειπώ στο τέλος αυτού του κειμένου. Άνοιγε λοιπόν τη μικρή του βαντάκα και ένας ολόκληρος κόσμος από χρήσιμα αντικείμενα άστραφτε στον ήλιο: Βελόνες, καρφίτσες, δαχτυλήθρες, φουρκέτες και κουβαρίστρες, τσιμπιδάκια, παραμάνες, κόπιτσες, καλτσοδέτες, κλωστές, κουμπιά, λάστιχα, καθρεφτάκια και άλλα τέτοια ωραία πραγματάκια. Οι πελάτες του συνήθως ήταν μόνον οι γυναίκες. Εγώ αυτό το πλανόδιο μαγαζί το θυμάμαι που άνοιγε στο πεζούλι της θείας Βασίλαινας της Πίππαινας (Καβουρίνας) και μαζευόντουσαν· όλες οι γειτόνισσες και αγόραζαν τα απαραίτητα αυτά προϊόντα. Η συναλλαγή γινότανε με χρήματα ή προϊόντα (αυγά, τυρί κλπ.). Υπήρχε βεβαίως και κατάστιχο με τα βερεσέδια. Μετά έκλεινε την τσάντα πέρναγε στα χείλη του την μικρή τρομπέτα – καραμούζα του και χυνότανε στις άλλες γειτονιές. Ευλογημένες συναλλαγές για να οργανωθεί η φτώχεια και οι ανάγκες των ανθρώπων.

Όταν πήγα Γυμνάσιο στο Δούκα ο μπαρμπα-Καραβατάς γέρος πια κι ανήμπορος είχε εγκαταλείψει την πλανόδια αυτή εργασία και paramanaεπεριπλανάτο ανήμπορος μπροστά στο προαύλιο του σχολείου. Κάποια παιδιά τον κορόϊδευαν και του βάζανε και πέτρες στο παντελόνι του. Επήγε στο γυμνασιάρχη μια από τις πολλές φορές και ένα από τα ονόματα που κατήγγειλε ήταν και το δικό μου. Έτσι κονόμησα δύο ημέρες αποβολή, για κούρα και κολτσίνα στις Κουκουναριές με κάποιους άλλους καταγγελθέντες από την Καλολετζή, που να θυμηθώ τώρα στα δίκαια και τα άδικα τέτοιων συμπεριφορών και αποφάσεων. Εγώ εξέτισα αγογγύστως αυτήν την ποινήν «λερώνοντας» δια πρώτην φοράν (θα ακολουθούσαν κι άλλες) το καθαρό μου μαθητικόν μητρώον, στις μεγάλες κυρώσεις των παιδικών παραβατικών πράξεων.

  • Οι Απανταχού Μηλιώτες

Οι Απανταχού Μηλιώτες

fwto2Το χωριό μας, όπως όλη σχεδόν η Ελληνική Επαρχία με τα χαρακτηριστικά του χωριού μας, απ΄την αρχή κι΄όλας του 20ου αιώνα άρχισε να φθίνει πληθυσμιακά με ένα αργό αλλά σταθερό τρόπο. Παρατηρούμε μεγάλη φυγή του ανθρώπινου δυναμικού του χωριού μας γι΄ αλλού. Αυτό το «αλλού» ήταν οι ξένες χώρες, κυρίως η Αμερική, και πόλεις στην χώρα μας, κυρίως στην Αθήνα.

Τα ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά των δικών μας μεταναστών ήταν νέοι κυρίως, δυνατοί, αποφασιστικοί και ονειροπόλοι. Όλοι προσβλέπανε σε μια καλύτερη ζωή, πέρα από τις δύσκολες συνθήκες που επικρατούσαν στο χωριό μας, συνθήκες τέτοιες στα όρια συνήθως της ανθρωπιστικής κρίσης.

Έτσι σκορπίσαμε σ΄όλο τον κόσμο με τη μόνη συνεκτική δύναμη που μας κρατάει ακόμη δεμένους με τις ρίζες μας, τη νοσταλγία, και την «οργάνωση» των Απανταχού Συγχωριανών μας κάτω από θεσμικές συλλογικές κοινότητες. Τέτοιος συλλογικός φορέας ήταν και είναι ο Πολιτιστικός Σύλλογος του χωριού μας, αλλά και συλλογικότητες κυρίως στην Αμερική όπως η «Πανηλειακή Ομοσπονδία» κλπ.

Έτσι το χωριό μας απλώθηκε σ΄όλο τον κόσμο με έναν μόνο σκοπό, να πετύχει, να ζήσει καλύτερα, κρατώντας όμως πάντα χλωρή τη ρίζα που

κουβαλάει μέσα του. Βλέπουμε έτσι αναλύοντας σοβαρά αυτό το φαινόμενο, ως μεγάλη εικόνα πια του χωριού μας, να είναι εκείνη που δείχνει το χωριό μας «αλλού». Όποιος δεν το βλέπει αυτό εθελοτυφλεί, μη θέλοντας να παραδεχθεί αυτή την εσωτερική «ήττα».

Όλοι έχουμε περάσει απ΄αυτή την τυφλότητα, μη αποδεχόμενοι την «ήττα» αυτή. Δεν την παραδεχθήκαμε για την ακρίβεια, όπως έλεγε ο

ποιητής. ΄Ετσι πια οι απανταχού συγχωριανοί μας «πέτυχαν» με πολύ αγώνα και δουλειά στους ξένους τόπους. Όχι μόνο επαγγελματικά, αλλά κυρίως ανθρώπινα. Όλοι οι συγχωριανοί μας έγιναν δυνατές προσωπικότητες, σε όποιο ύψος και μπόϊ κανείς τις μετράει. Και κράτησαν πάνω απ΄όλα νωπό το χώμα, που φύλαξαν τη ρίζα αυτή, νωπό από ιδρώτα και δάκρυ. Θα ακολουθήσουν σ΄αυτόν την ενότητα, ελπίζω και κείμενα και αναλύσεις για τους Απανταχού Συγχωριανούς μας.

Εδώ θα είμαστε, γι΄αυτόν τον μεγάλο διάλογο.

  • Οι ασχολίες

Οι ασχολίες

Το χωριό μας είναι ένα ορεινό χωριό, που έχει στην κυριότητά και κατοχή του μεγάλη έκταση. Μια έκταση όμως σκληρή και άγονη. Η βασικότερη ασχολία των κατοίκων του και παληά και τώρα είναι η κτηνοτροφία (μόνον προβάτων). Παλαιότερα υπήρχαν και κοπάδια με γίδια. Μπορεί λοιπόν η γη του χωριού μας να είναι άγονη για πολλές γεωργικές ασχολίες, αλλά τα χαρακτηριστικά της είναι πολύ καλά για την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας. Τα παληά χρόνια η βοσκή των προβάτων γινότανε συνήθως με ποιμενικό τρόπο αξιοποιώντας τα ευεργετήματα, ως προς αυτό του δάσους της Φολόης-Κάπελης. Τα τελευταία χρόνια αυτό γίνεται σε προστατευμένους χώρους, περιφραγμένους, σε σύγχρονα οικήματα με εντατικοποίηση αυτής της διαδικασίας. Το γάλα και τα παράγωγά του, των προβάτων που εκτρέφονται στο χωριό μας, είναι υψηλής ποιότητας και γι΄αυτό γίνονται ανάρπαστα.

Πάντα όμως αναπόσπαστο κομμάτι των ασχολιών, στο χωριό μας, ήταν και η Γεωργία. Ένας μεγάλος κάμπος, ξηρικός όμως, έδινε τα λίγα αγαθά του με μεγάλη δυσκολία στους εργατικούς κατοίκους του χωριού μας. Το σιτάρι, τη βρώμη, το κριθάρι και το λίγο καλαμπόκι του. Νόστιμα δημητριακά και για τους ανθρώπους και για τα ζώα. Ζώα που πέρα από τα πρόβατα ήταν και τα οικόσιτα όπως η γίδα του σπιτιού, οι όρνιθες, το γουρούνι, αλλά και τα μεγαλύτερα ζώα για την εκτέλεση όλων των γεωργικών εργασιών: Άλογα, γαϊδούρια, μουλάρια και βόδια παλαιότερα. Τα τελευταία χρόνια αυτά αντικαταστάθηκαν από τα μηχανήματα, τρακτέρ, φρέζες, θεριστικές μηχανές, μηχανάκια κλπ. που διευκόλυναν τα μάλλα την παραγωγική διαδικασία.

Άλλες καλλιέργειες που απασχολούσαν τους κατοίκους του χωριού μας ήταν η αμπελουργία με την παραγωγή του ξακουστού barel004οίνου σε όλη την περιφέρεια της Ηλείας και της ορεινής Αρκαδίας. Μέχρι πρότινος θυμούνται όλοι την επίσκεψη από μακρινά μέρη αγοραστών αυτού του σπουδαίου θρυλικού οίνου, γέννημα της σκληρής μας γης.
Μεγάλη απόδοση είχε και η καλλιέργεια των κερασιών που έδιναν σε μεγάλες ποσότητες το ξακουστό «Λαλέϊκο κεράσι».
Εκτός από τις παραπάνω ασχολίες στο χωριό μας λόγω της γειτνίασης με το οροπέδιο της Φολόης-Καπέλης με τις ψηλόκορμες δρύς αναπτύχθηκαν και τέχνες με βασικό στοιχείο το ξύλο, το άγιο ξύλο της δρυός. Έτσι μεγάλοι τεχνίτες κατασκευής βαρελιών πάσης φύσεως μεγαλούργησαν έως και σήμερα στο χωριό μας.

Επιπλέον της τέχνης αυτής και άλλες τέχνες εξελίχθηκαν στο χωριό μας και έτσι ήταν σχεδόν αυτάρκης σε όλες σχεδόν τις αναγκαίες τέχνες όλων των δραστηριοτήτων του.
Χαλικιάδες, γανωτζήδες, μαραγκοί, χτίστες, τυροκόμοι, σαπωνοποιοί, μαίες, πρακτικοί γιατροί, τσαγκάρηδες, οργανοπαίχτες, έμποροι, κρεοπώλες, κουρείς, μάντεις, ασβεστοκαμινάδες, κλπ., που κάποια στιγμή πρέπει να αναλύσουμε διεξοδικά.

Μια άλλη βασική ασχολία με σπουδαίους τεχνίτες ήταν και η παραγωγή ξυλοκάρβουνων λόγω της μεγάλης έκτασης με δένδρα που προσφέρονταν για την παραγωγή του ξυλοκάρβουνου (κουμαριές, αριές, πουρνάρια κλπ.).
Τα τελευταία χρόνια στο χωριό μας αναπτύχθηκε πάρα πολύ η παραγωγή ελαιολάδου, μια και έχουν φυτευθεί χιλιάδες ελαιόδενδρα με σημαντικότατες αποδόσεις.
Ένα σημαντικό κομμάτι της παραγωγής του χωριού μας ήταν και είναι η μελισσοκομία με πολύ καλής ποιότητας μέλι, αποτέλεσμα της μεγάλης ανθοφορίας που παρατηρείται στον τόπο μας.
Όλα τα παραπάνω είναι ασχολίες που έγιναν και γίνονται στο χωριό μας, όμως όπως έχουμε παρατηρήσει και αλλού η ζωή στο χωριό μας φθίνει και το παραγωγικό δυναμικό του έφυγε μακρυά στις πόλεις του εσωτερικού αλλά και του εξωτερικού.
Έτσι λοιπόν οι συγχωριανοί μας έχουν διαγράψει μια σημαντική παρουσία σε πολλά επαγγέλματα, στις επιστήμες, στο εμπόριο, στις τέχνες και αλλού.

Ευελπιστούμε ότι αυτή εδώ η ιστοσελίδα να είναι μια μεγάλη ευκαιρία να γίνουμε μια κοινότητα με όλα τα ενωτικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν την πορεία μας στο χρόνο.

  • Η τέχνη των βαρελάδων

Η τέχνη των βαρελάδων

Συνέντευξη των Ανάστου και Θοδωρή Λέντζου στο περιοδικό «Κλίκα» το 2007.

Oι Μηλιές είναι ένα χωριό της ορεινής Ολυμπίας κάτω από το όρος Φολόη. Ένα χωριό που κάποτε τα σφυριά των βαρελοποιών χτυπάγανε barel001αδιάκοπα. Σήμερα ο Μπάρμπα Τάσος έχει μείνει μόνος του στο χωριό να εξασκεί αυτή την παραδοσιακή τέχνη, «φυλάσσοντας Θερμοπύλες» μαζί με το γιό του το Θοδωρή που αν και η δουλειά του είναι στον Πύργο πηγαίνει στο χωριό και βοηθάει τον πατέρα του από το μεράκι του να μη σβήσει αυτή η παράδοση. Όλες οι απαντήσεις που θα διαβάσετε προέρχονται από δύο ανθρώπους οι οποίοι δεν έχει ασχοληθεί με την επιστήμη του κρασιού, ούτε χημείες γνωρίζουν ούτε αλχημείες. Χρησιμοποιούν τη γνώση από την εμπειρία που έχουν αποκομίσει προεξέχοντος του Μπάρμπα Τάσου και μαζί με το μεράκι τους στήνουν το καλό, παραδοσιακό βαρέλι. Απολαύστε τους.

Μπάρμπα Τάσο, πόσα χρόνια ασχολείσαι με την τέχνη της βαρελοποιίας;
Τάσος: Από δώδεκα χρονών παιδί μάθαινα. Ήταν ο πατέρας μου βαρελάς. Από 14 χρονών εδούλευα βαρέλια με τον πατέρα μου παρέα.

Εσύ Θοδωρή γιατί ασχολήθηκες;
Θοδωρής: Περισσότερο από μεράκι. Στην αρχή ερασιτεχνικά μετά μεράκι, αγάπη, κάποιες στιγμές ανάγκη επιβίωσης.

Ποιες δυσκολίες συναντάτε στη σημερινή εποχή να ασχολείστε με μια τέτοια παραδοσιακή τέχνη;
Τάσος: Η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετωπίσαμε τώρα, ειδικά τα τελευταία χρόνια, είναι η προμήθεια ξύλου. Άλλες δυσκολίες δεν είχαμε γιατί και οι βαρελάδες έχουνε σπανέψει πολύ και η δουλειά μας πέφτει πολλή και δεν μπορούμε να τη βγάλουμε.
Θοδωρής: Κατά τη γνώμη μου το δύσκολο είναι να μπορέσεις να πείσεις το καταναλωτικό κοινό σήμερα να μπορεί να δει τη διαφορά ανάμεσα στα βιομηχανοποιημένα βαρέλια, αυτά που κυκλοφορούν στο εμπόριο και στο χειροποίητο. barel002Δηλαδή ένας απλός καταναλωτής που θα πάρει ένα βαρέλι σπίτι του για να αποθηκεύσει το κρασί που θα καταναλώσει με τους φίλους και την οικογένεια να συνειδητοποιήσει τη διαφορά που θα του δώσει στο κρασί το ξύλινο χειροποίητο από τα πλαστικά, τα ανοξείδωτα και τα γυάλινα που κυκλοφορούν. Είναι πολύ δύσκολο να το καταλάβει! Αυτό που τον ενδιαφέρει όταν το συζητάει είναι η τιμή. Έχει σημασία για πολλούς η τιμή και εμείς την κρατάμε ψηλά.

Τι ξύλα χρησιμοποιείτε στο βαρέλι;
Τάσος: Μόνο δρυ. Εμείς μόνο δρυ χρησιμοποιούμε και τώρα και παλιά. Αλλού χρησιμοποιούν και καστανιά, στα Κρέστενα για παράδειγμα.

Από που τα φέρνετε τα ξύλα; 
Τάσος: Την τελευταία πενταετία από το Μεσολόγγι, από τον Αράκυνθο. Πριν από το δρυοδάσος απέναντι, της Φολόης. Πριν από πέντε χρόνια σταμάτησε η υλοτόμηση διότι γινόταν αλόγιστη χρήση και πήγαν στα δικαστήρια εκεί ένας πολιτικός με το δασαρχείο και τους δικάσαν εκεί και σταμάτησε η υλοτομία.
barel003Θοδωρής: Για μια δεκαετία είναι η απόφαση μετά τη δεκαετία θα επανέλθει πάλι. Να σημειώσουμε ότι δεν εξαίρεσαν κανέναν από την απόφαση, πράγμα που θα μπορούσε να είχε γίνει για τους βαρελάδες που ζουν από αυτό.
Τάσος: Αν και το υποσχεθήκανε ότι θα εξαιρεθούν τα παραδοσιακά επαγγέλματα.
Θοδωρής: Εμείς οι βαρελάδες από τη χρήση που γινόταν στο δάσος δεν παίρναμε ούτε το 1%.

Πόσα δηλαδή δέντρα καταναλώνετε εσείς κάθε χρόνο;
Θοδωρής: Σε μια σεζόν, ας πούμε, είκοσι κορμοί δέντρων μάς είναι αρκετοί.

Από τα ξύλα που υπάρχουν στην Ελλάδα ποιο είναι το καλύτερο για βαρέλια;
Τάσος: Δεν υπάρχει άλλο. Δρυς!

Είναι αυτό που λέμε βελανιδιά;
Τάσος: Τη βελανιδιά εμείς εδώ τοπικά τη λέμε «ημεράδι». Είναι μια ποικιλία από το δρυοδάσος αυτή τη λέμε και βελανιδιά. Η ποικιλία όμως που παίρναμε από το δάσος και φτιάχναμε βαρέλια τη λέγαμε «γρανίτσα».

Αυτή την ποικιλία παίρνετε και από το Μεσολόγγι;
Τάσος: Μάλλον αυτή πρέπει να είναι. Είναι καλή ποικιλία και αυτή βέβαια.

barel020Σε άλλα σημεία στην Ελλάδα υπάρχει τέτοιο ξύλο; Δηλαδή θα μπορούσατε να πάρετε και από αλλού ξύλο εκτός από το Μεσολόγγι;
Τάσος: Από όσο ξέρω, όχι.
Θοδωρής: Έχει και στο Μέτσοβο, αλλά όχι για επαγγελματική χρήση. Θέλουμε μεγάλους κορμούς δηλαδή, από 30 εκ. διάμετρο και πάνω.

Υπάρχουν ποιότητες ξύλου στον δρυ;
Τάσος: Ο μάστορας θα το δει αυτό, όταν είναι κάπου χαλασμένο το ξύλο και μυρίζει, αυτό δε θα το βάλει μέσα στο βαρέλι γιατί θα το χαλάσει ολόκληρο! Υπάρχει περίπτωση μέσα στο ξύλο να υπάρχει ένα κενό το οποίο το λέμε εμείς «γκουφάλα». Αυτή λοιπόν η γκουφάλα μαζεύει νερά το χειμώνα, αυτά τα νερά παλιώνουν, βρωμίζουν και μετά βρωμίζει όλο το ξύλο. Ε, αυτό λοιπόν δεν είναι να το βάλεις στο βαρέλι. Έστω και μία δούγα να βάλεις μέσα θα χαλάσει όλο το βαρέλι.

Άκουσα προηγουμένως μιλάγατε για την καρδιά και το «άλλο». Τι εννοούσατε;
Θοδωρής: Η καρδιά είναι το κομμάτι μεταξύ του πυρήνα και του άσπρου, που είναι το κομμάτι κάτω από τον φλοιό. Δηλαδή: Φλοιός – άσπρο – καρδιά – πυρήνας. Το κομμάτι που χρησιμοποιούμε είναι η καρδιά.
Τάσος: Είναι το καλύτερο ξύλο. Αυτό είναι που αντέχει. Δεν παθαίνει τίποτα ποτέ. Δεν σέπεται ποτέ. Ενώ το άσπρο, θα σαπίσει.

Άλλες πρώτες ύλες εκτός από το ξύλο για να φτιαχτεί το βαρέλι, ποιες είναι;
Θοδωρής: Καμία άλλη δεν είναι εκτός από το «ψαθί» το οποίο χρησιμοποιείται μόνο για στεγανοποίηση. Όταν λέμε ψαθί εννοούμε το βούρλο που φυτρώνει στα ποτάμια. Αυτό το βάζουμε μόνο προληπτικά για στεγανοποίηση στο σημείο όπου γίνεται η εφαρμογή το φούντι με το βαρέλι. Όταν το κόβουμε είναι πράσινο, το αφήνουμε ξεραίνεται και μετά το χρησιμοποιούμε. Δεν χρησιμοποιούμε καμιά κόλλα. Μόνο φυσικά υλικά. Τα δε στεφάνια είναι από γαλβανισμένο σίδηρο.
Τάσος: Και κεράκι μέλισσας.

barel003Θέλω να μας φωτίσετε σχετικά με την ορολογία του βαρελιού, δηλαδή τα διάφορα μέρη του;
Τάσος: Καταρχήν εμείς εδώ οι Πελοποννήσιοι δεν το λέμε βαρέλι αλλά «βαγένι». Το βαρέλι άμα το στήσουμε όρθιο, γύρω-γύρω στα πλευρά του έχει τις «δούγες» ή «δόγες», είναι μακρύτερες από ξύλα στα καπάκια τα οποία λέμε «φούντια». Το πάνω δηλαδή και το κάτω μέρος του βαρελιού. Το κάθε βαρέλι παίρνει περίπου στις 30 δόγες και είκοσι φούντια για τα δύο καπάκια. Δηλαδή ένα μεσαίο βαρέλι θα χρειαστεί γύρω στα πενήντα κομμάτια ξύλο.
Θοδωρής: Το κανάλι που γίνεται στις δύο άκρες στις δούγες για να μπουν τα καπάκια και να ενωθούνε το λέμε «γράδωση». Είναι το σημείο εφαρμογής του φουντιού με τη δόγα. Το κομμάτι το τετράγωνο ή στρογγυλό που βγαίνει από πάνω για να μπαίνει το κρασί εμείς το λέμε «ογνίτσα», άλλοι το λένε «οκνίτσα». Το έχει και το λεξικό «οκνίτσα». Άλλη ορολογία δεν έχουμε είναι τα γνωστά: τα στεφάνια, ο πύρος, η κάνουλα.

barel004Τα εργαλεία που χρησιμοποιείτε είναι του ξυλουργού;
Τάσος: Τα παραδοσιακά και ορισμένα ηλεκτρικά τώρα της νέας εποχής ξυλουργικά που λέμε, κάτι τρυπανάκια, κάτι σβουράκια.

Τα στάδια κατασκευής;
Θοδωρής: Ξεκινάμε από τον κορμό, ο οποίος έρχεται μονοκόμματος τρία, τέσσερα ή πέντε μέτρα. Τον κόβουμε στα κομμάτια που θέλουμε, ανάλογα τη χωρητικότητα του βαρελιού που θέλουμε να φτιάξουμε. Το πάχος δε που θα έχει η δόγα το επιλέγουμε εμείς και είναι γύρω στα 3 εκ.

Μπορεί δηλαδή αν κάποιος σας ζητήσει να του φτιάξετε βαρέλι με 6 εκ πάχος δόγας;
Τάσος: Όχι, είναι δύσκολο να λυγίσει. Εκτιμώ ότι το παχύτερο που μπορεί να δουλευτεί είναι μέχρι 4 πόντους, όμως δεν το έχουμε δοκιμάσει.
Θοδωρής: Αν το ξύλο μπει σε κλίβανο, μπορεί να γυρίσει και με 6 και 7 και με 8 πόντους. Το θέμα όμως είναι ότι εμείς δε θέλουμε να το καταστρέψουμε. Πάντως η δόγα πρέπει να καθαρίσει στους τρεις πόντους με 28 χιλιοστά.
Τάσος: Άμα καθαρίσει στα 28 χιλιοστά είναι καλά για τα βαρέλια κάτω από δέκα «βαρέλες». Από κει και πάνω πρέπει να είναι περισσότερο.

barel005Όταν λέμε «βαρέλες»;
Τάσος: Μιλάω για τη χωρητικότητα. Μία «βαρέλα» είναι 64 κιλά. Είναι δηλαδή μονάδα μέτρησης δικιά μας παλιά. Εάν λοιπόν το βαρέλι είναι κάτω από 10 «βαρέλες», δηλαδή κάτω από 640 κιλά, η δόγα μπορεί να είναι και 28 χιλιοστά. Συνήθως τις σκίζουμε στα 32 χιλιοστά, αλλά το ξύλο καθώς αποξηραίνεται πετσικάρει το τρώει λίγο η πλάνη για να έρθει, λεπταίνει, θα πάρει και από μέσα το σκεπάρνι που θα το πελεκίσουμε για να το γραδώσουμε, οπότε αφαιρείται λίγο ξύλο. Καίει και η φωτιά, μένει όσο πρέπει να μείνει.

Τι βρυσάκια προτείνετε στα βαρέλια σας;
Τάσος: Τα ιδανικότερα είναι τα πλαστικά.

Πόσο χρόνο χρειάζεστε για να φτιάξετε ένα βαρέλι;

Θοδωρής: Τρία γερά μεροκάματα. Κι όταν λέω γερά μεροκάματα εννοώ δεκάωρα.
Τάσος: Από δούγες όμως, όχι από κορμό. Αν βάλεις και το μεροκάματο του κορμού θέλεις μισό μεροκάματο ακόμα.

Έχει εποχές η κατασκευή του βαρελιού;
Τάσος: Όσο κάνει ζέστη. Δηλαδή από το καλοκαίρι, γιατί από το ξύλο στραγγάνε να υγρά του και δε φυραίνει.

barel007Το ξύλο πρέπει να είναι φρέσκο;
Τάσος: Όχι. Καλό είναι το ξύλο που σχίσαμε φέτος να μείνει το καλοκαίρι και να δουλευτεί του χρόνου ή μετά το Σεπτέμβρη, να περάσει ένα καλοκαίρι να στεγνώσει.

Τι είναι το κάψιμο του βαρελιού; Πόσο επηρεάζει το κρασί;
Τάσος: Το καίμε για να γυρίσει να πάρει τη φόρμα. Έχει μια μυρουδιά, αν το λένε καπνιστό αυτό δεν το ξέρω.
Θοδωρής: Εμείς αυτό που ζεσταίνουμε για να δώσουμε την κλίση στη δόγα μετά το αφαιρούμε. Όσο καεί από μέσα το αφαιρούμε. Να, στο βαρέλι που στέκει εκεί, φαίνεται ότι έχει αφαιρεθεί. Το κατά πόσο μπορεί να αφήσει μυρουδιά αυτό δεν ξέρω.

Το δικό μου βαρέλι πάντως είχε μια καταπληκτική ωραία μυρουδιά από ξύλο.

Τάσος: Την πρώτη χρονιά μυρίζει έντονα το ξύλο.
barel008Πόσο κοστίζει στο βαρελοποιό ένα βαρέλι 250 κιλών;
Θοδωρής: Με σημερινές τιμές είναι γύρω στα 150 ευρώ, σε άμεση εξάρτηση από τις τιμές του ξύλου που είναι και το 80% των υλικών του.

Πόσο τελικά κοστίζει στον καταναλωτή ένα βαρέλι από σας;
Θοδωρής: Αυτό που πριν είπαμε πως στοιχίζει σε υλικά γύρω στα 150 ευρώ, πουλάμε στα 280 με 300 ευρώ, στον καταναλωτή. Μιλάμε για ένα βαρέλι 280 με 300 κιλών. Χοντρά έρχεται περίπου 1 ευρώ το κιλό.

Η βιομηχανοποίηση μπορεί να δώσει βαρέλια ποιότητας;
Τάσος: Όχι, σε καμία περίπτωση.

Όμως χάνονται οι παραδοσιακοί βαρελάδες, ο λόγος κατά τη γνώμη σας;
Θοδωρής: Πολλά μεροκάματα που αν τα μετακυλήσεις στον καταναλωτή το βαρέλι θα είναι πολύ ακριβό. Είναι πολύ δύσκολο να προωθήσεις ένα βαρέλι 300 κιλών στην αγορά και να πεις ότι θα βγάλεις 100 ευρώ ένα μεροκάματο. Αν λοιπόν πεις στον καταναλωτή 500 ευρώ για το βαρέλι (γιατί τόσο πάει με τρία μεροκάματα και τα υλικά) θα σου πει «Φίλε, παίρνω 6 πλαστικά!». Έτσι αναγκαστικά …χανόμαστε. Το χωριό ήτανε κάποτε γεμάτο βαρελάδες και τώρα χάνονται γιατί πεθάνανε και δεν υπάρχει διάδοχος κατάσταση. Ο πατέρας δεν την είπε τη δουλειά στο γιο για τον α’ ή β’ λόγο. Είτε γιατί δεν ήθελε είτε γιατί δεν του άρεσε ή φύγαν, πήγαν στην Αθήνα όλοι. Έτσι χάθηκε η δουλειά.
Τάσος: Εγώ έμεινα εδώ τελευταίος κι εγώ έμεινα γιατί έμαθα τη δουλειά από μικρός, ξέμεινα εδώ στο χωριό, διότι εδώ στο χωριό μας λένε μένουν οι αποτυχημένοι από τη ζωή…

barel009Δεν ένιωσες ποτέ έτσι όμως;

Τάσος: Όχι, είμαι ευχαριστημένος που έμεινα εδώ. Βέβαια πέρασα φτωχά αλλά καλά ήταν. Έχω την άπλα μου, έχω την ησυχία μου, έχω τα πάντα. Και το χαρτζιλίκι μου. Κάθε καλοκαιράκι εδώ χάμου, τη βγάλαμε τη ζωή, κουτσά-στραβά και παιδιά αναθρέψαμε.

Δηλαδή το χειμώνα, αφού δεν είναι περίοδος για να κάνεις βαρέλια τη σταματάς τη δουλειά.
Τάσος: Κάποια προεργασία μπορείς να κάνεις. Όπως το σκίσιμο το κάνουμε το χειμώνα. Το καλοκαίρι δουλεύουμε φουλ.
Θοδωρής: Το καλοκαίρι ούτε να τσακωθούμε με τον κόσμο δεν προλαβαίνουμε, γιατί το πόσα βαρέλια μπορείς να βγάλεις είναι συγκεκριμένα.

Να επανέλθουμε στο βαρέλι. Πώς γίνεται η συντήρησή του; Τι πρέπει να κάνουμε για να υποδεχτεί ένα βαρέλι το μούστο ή το κρασί;
Τάσος: Καλό πλύσιμο με νερό. Δεν έχει σημασία κρύο ή ζεστό. Αυτό για το καινούργιο βαρέλι. Για βαρέλι που έχει ξαναπάρει κρασί και όλα έχουν πάει καλά (δεν έχει πάρει αέρα για να χαλάσει το κρασί) πάλι ένα πλύσιμο με νερό αρκεί. Να ξαστερώσει όμως το νερό να φύγουνε οι λάσπες. Μετά από τα 6 ή 7 χρόνια ή και παραπάνω θα αρχίσει να πιάνουνε οι δόγες του «ταρτάρα» (τρυγία) και τότε θα θέλει τρίψιμο.

Αν έχουμε εμφιαλώσει νωρίτερα το κρασί μας, ας πούμε το Μάιο, πώς θα το συντηρήσουμε που θα είναι κενό μέχρι τον τρύγο;
Τάσος: Αν μείνει κλεισμένο ταπωμένο όπως ήτανε θα μείνει έτσι μέχρι την τρύγο, δεν παθαίνει τίποτε. Έχει τις υγρασίες του μέσα, έχει τα πάντα. Αν όμως σου ανοίξει ή το ανοίξεις, θέλει πλύσιμο καλό, θα το γυρίσεις ανάποδα με την τάπα προς τα κάτω να στραγγίξει, 4-5 ώρες όσο να στραγγίξει. Μετά θα το γυρίσεις θα το βάλεις στη θέση του, θα του βάλεις απάνω ένα τούλι για να μην μπούνε μέσα κουνούπια και θα τ’ αφήσεις μέχρι που να ξεραθεί η υγρασία του από μέσα. Άμα ξεραθεί θα του βάλεις την τάπα του από πάνω, μπορείς να την κλείσεις και με λίγο κεράκι και να τ’ αφήσεις μέχρι την εποχή που θα ξαναβάλεις μούστο. Υπάρχει περίπτωση όμως να στραγγίξει λίγο το βαρέλι, οπότε όταν θα βάλεις κρασί καλό είναι να του κάνεις και ένα σφίξιμο στα στεφανάκια του.

barel010Μπορεί κάποιος μόνος του να κάνει αυτό το σφίξιμο;
Θοδωρής: Με δυο σφυριά οπωσδήποτε. Απλώς τα χτυπάς λίγο να κατέβουνε λίγο πιο κάτω να το αγκαλιάσουνε λίγο πιο σφιχτά.

Δε χρειάζονται χημικά;
Τάσος: Εγώ δεν τα έχω χρησιμοποιήσει ποτέ και ούτε ξέρω από τέτοια πράματα. Οι χημικοί δίνουνε ό,τι θέλουνε. Αλλά τα χημικά είναι χημικά.

Ένα βαρέλι πότε πάει στο βαρελοποιό για επισκευή;
Τάσος: Αν θα στάξει. Άμα φτιάχνει καλό κρασί γιατί να πάει για επισκευή; Τώρα για τρίψιμο πιστεύω στη 10ετία θα θέλει.
Θοδωρής: Θα ήταν καλό να γίνει στη 10ετία ένα τρίψιμο. Να βγει το ένα φούντι, να μπει το χέρι του μάστορα μέσα να το καθαρίσει και να το ξανακλείσει.
Τάσος: Άμα είναι ξερό το βαρέλι και ανοίξεις το ένα φούντι και το κοπανίσεις το βαρέλι απ’ έξω με ένα σκεπάρνι τρίβονται αυτά τα πράγματα μέσα και πέφτουν.
Θοδωρής: Πρέπει να πάει στο μάστορα πάντως για να γίνει σωστά, ώστε κι αν μείνει κάτι με μια ξύστρα θα το ξύσει.

barel011Πότε αντικαθιστούμε το βαρέλι;
Τάσος: Άκου να δεις. Για μένα το βαρέλι το δέντρινο, το δρύινο δηλαδή, δεν αντικαθίσταται μέχρι που να χαλάσει. Γιατί εγώ έχω πιει και από βαρέλια διακοσίων χρονών! Το δέντρο δε χαλάει, παίρνει μεταποίηση μια και δυο και τρεις φορές.

Ναι. Αλλά έχει να δώσει πια το ξύλο;
Τάσος: Αυτά που λένε οι χημικοί εγώ δεν τα πολυκαταλαβαίνω. Ξέρω το καλό κρασί. Άμα μ’ αρέσει, πίνω. Κείνο που λεν οι χημικοί είναι ότι το δρύινο βαρέλι δίνει στο κρασί την τανίνη την ουσία που έχει μέχρι 30 χρόνια. Από κει και πέρα λέει δεν έχει κάτι άλλο να δώσει. Ενώ το ουίσκι την παίρνει στα 5 χρόνια και το κονιάκ την παίρνει στα 10 χρόνια. Έχουμε ασχοληθεί και λίγο με το κονιάκ λόγω μιας ποτοποιίας που παίρνει βαρέλια από εδώ. Όσο λιγότεροι είναι οι βαθμοί τόσο περισσότερα χρόνια κάνει να πάρει την ουσία του βαρελιού.

Έχει σημασία η χωρητικότητα του βαρελιού για την ποιότητα του κρασιού που θα μας δώσει;
Τάσος: Όσο μεγαλύτερο και τόσο καλύτερο. Και στη ζύμωση που κάνει ο μούστος για να γίνει κρασί όσο μεγαλύτερο το βαρέλι τόσο καλύτερο κρασί κάνει.

Καινούργιο ή μεταχειρισμένο βαρέλι; Ποια είναι η γνώμη σας;
Τάσος: Για μεταχειρισμένο, δεν ξέρει κανείς τι κρασί έφτιαχνε σ’ αυτόν που το είχε. Το κρασί είναι ένα ζωντανό πράμα και μεταδίδει στο βαρέλι και τα αρώματα και τις αποφορές.

barel015Ποιες είναι οι γενικές συμβουλές που έχετε να δώσετε σε έναν ερασιτέχνη οινοποιό; 
Θοδωρής: Πρώτα-πρώτα να μην του πάρει αέρα το βαρέλι. Άμα τραβάει κρασί και το βαρέλι συνεχίζει να δίνει συνέχεια σημαίνει πως κάπου πήρε αέρα το βαρέλι. Τότε είναι προτιμότερο να βγάλει το κρασί να το βάλει αλλού γιατί έτσι και χαλάσει το κρασί θα του χαλάσει και το βαρέλι.

Εδώ θα σε ρωτήσω: και εγώ που θέλω να πίνω από το βαρέλι λίγο-λίγο και παίρνω από την κάνουλα, τι θα κάνω όταν δε μου δίνει το βαρέλι; Δε θα ανοίξω τον πύρο;
Θοδωρής: Θα ανοίξεις μόνο για να σου δώσει. θα τον κλείσεις τον πύρο. Όταν θα ξαναπάς την άλλη μέρα θα σου δώσει πάλι ένα ποτηράκι. Αυτός ο αέρας δεν είναι πολύς και μπορεί να τον διαχειριστεί το βαρέλι. Τώρα όποιος έχει τη δυνατότητα να το εμφιαλώσει, ευχής έργον.
Τάσος: Για να μην πάρει αέρα το κρασί, πρέπει ο ερασιτέχνης οινοποιός να κοιτάει και μοναχός του, να έχει βράσει καλά ο μούστος όταν θα κλείσει το βαρέλι. Να έχει κατέβει τουλάχιστον μισό βαθμό κάτω από το μηδέν σε βαθμό μπωμέ. Με ένα απλό όργανο μέτρησης που μπορεί να το έχει ο καθένας σπίτι του, «γράδο» το λέμε εμείς εδώ, δεν ξέρω πώς το λένε οι οινολόγοι. Αν δεν βράσει καλά το ίδιο το κρασί θα σου ξεσφραγίσει το βαρέλι ό,τι και να του έχει κάνει.

Πώς σφραγίζουμε ένα ξύλινο βαρέλι από πάνω;
Τάσος: Εμείς με κερί, με κεράκι. Γύρω-γύρω στην τάπα λίγο τεφλόν, θα ακουμπήσει η τάπα πάνω, λίγο βαρεματάκι να σφίξει και μετά αν θέλεις πας γύρω-γύρω με κεράκι. Λιωμένο. Φωτιά, ακουμπάμε το ζεστό σίδερο (μια μασιά ας πούμε) με το κερί και αυτό λιώνει. Δεν το έχεις έτοιμο λιωμένο στο κατσαρολάκι, θέλει εκείνη την ώρα. Την ώρα που θα πέφτει να είναι καυτό, με το κατσαρολάκι ώσπου να το φέρεις κρυώνει.
Θοδωρής: Όπως είναι η τάπα στρογγυλή θα βάλεις ένα καλώδιο ή ένα κορδονάκι γύρω-γύρω κι εκεί θα ρίξεις το κεράκι λίγο-λίγο να πιάσει και την βάση της τάπας. Χρησιμοποιούμε κερί και για έναν ακόμη λόγο. Ακόμη και να πέσει μέσα στο κρασί από κάποια μεγάλη τρύπα, είναι κερί δεν έχει τίποτα, δε μυρίζει τίποτα. Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε οτιδήποτε αλλά αν πέσει μέσα τι γίνεται;
Τάσος: Το κερί βέβαια το προμηθευόμαστε από μελισσουργούς της περιοχής.

Περιήγηση στο εργαστήριο – χώρο κατασκευής βαρελιών

barel017Τι είναι αυτό το άσπρο ανάμεσα στις δόγες;
Θοδωρής: Το άσπρο αυτό είναι αλεύρι με νεράκι, το οποίο το κάνουμε ζυμάρι και το βάζουμε όταν μοντάρουμε το βαρέλι για να μπορεί να γλιστράει η μία δόγα με την άλλη, να σταθεί το βαρέλι όρθιο. {mosimage} Γιατί την ώρα που θα το στήσουμε μπορεί να γέρνει από την μια μεριά ή από την άλλη. Το ξύλο σκέτο δε γλιστράει γιατί είναι ξύλο. Του βάζουμε λοιπόν αυτό το πράγμα, το οποίο μέσα σε ένα δεκάλεπτο έχει ξεραθεί έτσι το βαρέλι πρέπει να έχει πάρει την τελική του μορφή μέσα στο δεκάλεπτο. Κατόπιν αυτό τρίβεται και φεύγει.
Τάσος: Φεύγει και με το νεράκι.
Θοδωρής: Αυτό το βαρέλι είναι καμένο περισσότερο από όσο πρέπει γιατί είναι ειδική παραγγελία. Γενικά δεν καίγονται τόσο πολύ τα βαρέλια.

barel016Και βλέπω και τις δόγες τις έχετε κόψει ίσες σε φάρδος.

Θοδωρής: Είναι ανάλογες με την διάμετρο που είχε το κούτσουρο. Μπορεί να μας τύχει κουτσουράκι μικρό ή κούτσουρο μεγάλο, πάντως κατά μέσο όρο το πάμε γύρω στους 10 πόντους. Εδώ γίνεται το γύρισμα. Αυτή την παίρνει τώρα ίσια, τη ζεσταίνει εδώ με φλόγα από κομμάτια ξύλα. Τη ζεσταίνει από κάτω, τη βρέχει από πάνω για να είναι υγρή και να έχει ελαστικότητα. Μόλις ζεσταθεί αρκετά την παίρνει και τη βάζει εδώ και της κάνει αυτό το πράμα. Εδώ είναι το σημείο που κάηκε. Την πιάνει με το κολοκύθι αυτό εδώ, τη «δαγκούνα».
Τάσος: Το λέμε «στρίφλα» το εργαλείο αυτό εδώ.
Θοδωρής: Ζεστή καθώς είναι η δόγα παίρνει την κλίση που θέλει και το κανονάμε με το μάτι εμείς πόσο θέλει. Έρχεται μετά περίπου εδώ (να βάλουμε μια ήδη γυρισμένη για να τη δεις). Αυτή είναι ζεστή ακόμη κι αν την αφήσεις επανέρχεται, γι’ αυτό της βάζει αυτό το πραματάκι εδώ και την κρατάει και την αφήνει ένα τεταρτάκι και μετά το βγάζει. Παίρνει μια κλίση. Ποτέ η μια με την άλλη δε θα ’ρθουνε ίδια, δεν μπορεί να έρθουνε ίδια απόλυτα η μια με την άλλη. Παίρνουνε την κλίση κατά προσέγγιση. Μετά, αφού περάσουν από την πλάνη μέσα, παίρνουν την κλίση της πλάνης που έχει άμεση σχέση με τον κύκλο που θα κάνει και κατ’ επέκταση και με τη χωρητικότητα. Λες εσύ, θέλεις 200 κιλά. Θα του δώσουμε κλίση να κλίσει στους 48 πόντους ή στους 45 πόντους κλπ. για να μας βγάλει στα κιλά που θέλουμε. Όταν τις κάνουμε κι αυτό μετά όλες μαζί πάλι στη φωτιά για να έρθουν η μια με την άλλη. Το κλείνεις από πάνω και από κάτω το αφήνεις ελεύθερο να πάει όπου θέλει, μετά ανάβουμε φωτιά μέσα στο βαρέλι και αρχίζουμε μετά και το χτυπάμε όλο μαζί.
barel018Εδώ κάτω στο έδαφος ανάβουμε φωτιά με ένα στεφανάκι γύρω για να είναι ελεγχόμενη και να μην πιάσει φωτιά το ξύλο και ζεσταίνεται όλο μαζί σαν βαρέλι. Χτυπάς παράλληλα τα στεφάνια κλείνει, κλείνει, κλείνει, κλείνει και έρχεται και παίρνει τη μορφή αυτή. Τέλος μετά. Αν βγάλεις τώρα αυτήν την δόγα έχουν απόλυτα την ίδια κλίση η μια με την άλλη.

Παίρνετε εργάτες;
Θοδωρής: Οχι, δεν το ρισκάρεις.
Τάσος: Ποιον εργάτη; Πρέπει να είναι άνθρωπος που να έχει μάθει τη δουλειά και να του έχεις εμπιστοσύνη.
Θοδωρής: Δουλεύουμε με πολλά εργαλεία σκεπάρνια, κορδέλες, πλάνες και μερικά είναι επικίνδυνα. Δεν μπορείς να βάλεις κάποιον ανειδίκευτο. Ακόμα κι αν αφαιρέσουμε το περιθώριο να σου κάνει ένα λάθος και να σε εκθέσει.
Τάσος: Πρέπει να ’ναι κάποιος υπεύθυνος που έχει μάθει την τέχνη. Όλες οι δουλειές πρέπει να είναι υπεύθυνες.
Θοδωρής: Αυτή την συγκεκριμένη δουλειά αν δεν την αγαπάς δεν την κάνεις για να επιβιώσεις.

  • Σύλλογος των Απανταχού Μηλιωτών Ηλείας «Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος»

Σύλλογος των Απανταχού Μηλιωτών Ηλείας «Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος»

Ο σύλλογος του χωριού μας δημιουργήθηκε στην Αθήνα το 1952 και έχει ενεργό και έντονη συμμετοχή στα πολιτιστικά πράγματα του χωριού μας, όλα αυτά τα χρόνια από τότε έως σήμερα.