Author: John Pavlou

  • Τα τοπωνύμια του χωριού μας
  • Τα τοπωνύμια του χωριού μας
  • Τα τοπωνύμια του χωριού μας
  • Τα τοπωνύμια του χωριού μας
  • Τα τοπωνύμια του χωριού μας
  • Τα τοπωνύμια του χωριού μας

Τα τοπωνύμια του χωριού μας

Από τα τοπωνύμια του χωριού μας, αν κανείς τα παρατηρήσει προσε­κτικά, βγάζει αμέσως σημαντικά συμπεράσματα για την ιστορία του τόπου μας. Μέσα απ’ αυτή την ανάλυση βλέπει κανένας όλα τα πράγματα του παρελθόντος, όχι μόνον σε ότι αφορά την ιστορι­κό­τητα του τόπου μας αλλά και ζητήματα παραγωγής και εργασίας, γεωλο­γικά χαρακτηριστικά, αλλά και πολιτισμικά στοι­χεία που πέρα­σαν στις επόμενες γενιές. Το πιο σημαντικό όμως στοιχείο που μπο­ρούμε να παρατηρήσουμε είναι η ίδια η γλώσσα του τόπου μας που διαμορφώθηκε μέσα από την ιστορία του για να φτάσει σε μας χθό­νια, ως ρίζα και ψυχή μας.

Αυτό που πρώτο παρατηρεί αμέσως κάποιος, είναι ότι δύο βα­σικά πράγματα χαρακτηρίζουν την καταγωγή των τοπωνυμίων του χωριού μας σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό:

1ον. Τοπωνυμία που έχουν γλωσσική καταγωγή την Αρβανίτικη γλώσσα.

2ον. Τοπωνυμία που έχουν καταγωγή ονόματα ή επώνυμα κατοί­κων του γειτονικού χωριού Δούκα, αλλά και Αρβανίτικα ονόματα και επώνυμα. Σίγουρα όμως και πολλά επώνυμα Δουκέϊκα έχουν και αυτά Αρβανίτικη προέλευση.

Βέβαια εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι πολλά τοπωνύμια είναι αμιγώς Ελληνικά ή σύνθετα με Αρβανίτικες λέξεις.

Το γιατί εξελίχθησαν στο χρόνο έτσι τα πράγματα οφείλεται κυ­ρίως σε δύο βασικές ιστορικές παρατηρήσεις.

1ον. Τα τοπωνύμια αυτά δημιουργήθηκαν κυρίως στην περίοδο της κατοχής του τόπου μας από τους Αλβανούς Λαλαίους με κορύ­φωση μετά το 1770, που αυτοί κυριαρχούσαν τότε σχεδόν σε όλη την Η­λεία και ειδικώτερα  στην δική μας περιοχή. Πριν το 1770 οι κάτοικοι Έλληνες στην περιοχή μας ήτο ελάχιστοι. Ενδεικτικά αναφέ­ρω ότι στην απογραφή Grimani της Βενετικής Δημοκρατίας στο έγ­γραφο με κωδικό Β54 και αριθμ. 153, όπως αυτό αναφέρεται στο βιβλίο του Β. Παναγιωτόπουλου (1985, σελ. 271-275), βλέπουμε τα παρακάτω πληθυσμικά χαρακτηριστικά στην περιο­χή μας: Στου Λάλα λοιπόν δεν καταγράφεται κανένας κάτοικος, στου Δούκα και στο χωριό μας καταγράφονται 3 οικογένειες με 23 κατοίκους, στην Πέρσαινα 3 οικογένειες με 10 κατοίκους, στη Γιάρ­μενα 2 οικογένειες με 12 κατοίκους και μόνον στου Κούμανη έχει 25 οικογένειες και 99 κατοίκους και στην Καλολετζή επίσης 20 οικογένειες και 81 κατοί­κους. Σύμφωνα μ’ αυτή την απογραφή δεν έχει δίκιο ο Γ. Χρυσανθα­κόπουλος όταν γράφει ότι τα μεγαλύτερα χωριά της Ηλείας κατά την Τουρκοκρατά ήταν και το Δούκα και το Λάλα μεταξύ των άλλων με­γάλων χωριών, αυτό ισχύει μόνο για τον Λάλα και κυρίως μετά βεβαίως το 1770, όπου πράγματι το Λάλα κατοικείται από 800-1000 οικογένειες Αλβανών. Αυτά τα γράφω για να τονίσω ότι είναι φυσιο­λογική η εξέλιξις της ονοματοδοσίας του τόπου μας με αυτά τα γλωσ­σικά χαρακτηριστικά που έφτασε ως εμάς. Πρέπει εδώ να ση­μειώσουμε ότι πιθανόν στου Λάλα δεν καταγράφηκε κανένας κάτοι­κος το 1700, ενώ στην απογραφή του 1460 είχαν καταγραφεί 19 οι­κογένειες Αλβανών, οφείλεται το πιθανότερο στην μετανά­στευ­σή τους στην Στερεά Ελλάδα μετά την κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Βενετούς το 1685-1687. Στην απογραφή όμως των εκ­κλη­σιών όπως φαίνεται στο αρχείο Grimani για τις ενορίες της επισκοπής Ωλένης βλέπουμε ότι στου Λάλα απογράφεται μια εκκλησία αφιε­ρωμένη στην Παναγία. Στην απογραφή αυτή δεν απο­γράφεται εκ­κλησία στις Μηλιές ή στον Δούκα. Το Λάλα όμως είχε, ήταν ένα χω­ριό σίγουρα μεικτό μέ χριστιανούς και μουσουλμάνους.

Ας δούμε τώρα τα αναλυτικά τοπωνύμια του χωριού μας:

Α. Τοπωνύμια με ονομασία και επώνυμα Δουκαίων

και Αρβανιτών

Δουκαίων: Κανελλή, Γιαννέλη, Βγενίσου, Αυγερινού, Καπογιάν­νη, Φραγκούλη, Κοτζιά, Ζαχαριά, Ζαχαρούς, Ντάνου, Γιωργούση, Παπούλια, Τσουκαλά.

Αρβανιτών: Γκιώνη, Μπέτση, Τότζικα, Πρίφτη, Ντουκάτη, Νάσιου, Ντόρου.

Συνήθως άλλα τοπωνύμια είναι ή με το όνομα μόνο ή σύνθετα με άλλο προσδιορισμό Ελληνικό ή Αρβανίτικο:

Ράχη-Κοτζιά, Λάκα-Πρίφτη, Λάκα-Ντουκάτη, Άρα-Μπέτση, Βρέ­στα-Γκιώνη, κ.λπ. τα οποία θα δούμε αναλυτικότερα παρακάτω. Οι σύνθετες αυτές λέξεις προσδιορίζονται με το πρώτο ή από το δεύτε­ρο συνθετικό ή τη γεωφυσική εικόνα του τόπου ή από τη χρήση του. Έτσι έχουμε πολλά τοπωνύμια με τη λέξη μπροστά που συνήθως προσδιορίζει τη γεωφυσική εικόνα τους, κυρίως με την λέξη Λάκκα και τη λέξη Ράχη:

Ράχη-Κοτζιά: Δουκέϊκο επώνυμο, Ράχη-Γκλιάτη. Αρβανίτικο (Γκλιάτης: Μακρύς).

Ράχη-Στόκου: Αρβανίτικο, Ράχη-Ντίρη, Ράχη με γίδια (dniri: κοπά­δι γίδια).

Λάκκα-Ντουκάκη: (Αρβανίτικο επώνυμο). Λάκα-Παπούλια Δου­κέϊκο επώνυμο. Λάκκα-Πρίφτη: (Πρίφτης: Παπάς στα Αρβανίτικα).

Λάκκα-Γεωργάκη: Δουκέϊκο επώνυμο.

Λάκκα-Γεωργούση: Δουκέϊκο επώνυμο.

Λάκκα-Θέλα: Βαθειά Λάλκα, (Αρβανίτικο Thell: Βαθειά).

Λάκκα-Βασιλικού: Δουκέϊκο επώνυμο.

Λάκκα-Νάσιου: Αρβανίτικο επώνυμο.

Λάκκα-Τζίβα: Αρβανίτικο.

Λάκκα-Ντρέρη: Αρβανίτικο.

Τοπωνύμια από την χρήση του σημείου

Βρέστα-Γκιώνη: Το αμπέλι του Γκιώνη. (Αρβανίτικο. Vresht: Το αμπέλι).

Βέρι-Γκιώνη: Το χειμαδιό του Γκιώνη. (Αρβανίτικο Verri: Χειμα­διό).

Παληό-Βρέστα (Παληάμπελο).

Άλλα τοπωνύμια και με τα δύο συνθετικά Αρβανίτικα είναι το Βρέστα-μάδι: (Μεγάλο αμπέλι). (Madn: Μεγάλος).

Τοπωνύμια με το πρώτο συνθετικό Άρα

Άλλη μια μεγάλη κατηγορία είναι τα τοπωνύμια με το πρώτο τους συν­θε­τικό τη λέξη «άρα» από το αρβανίτικο «ar»: Το χωράφι.

Άρα-Μπέτση: Το χωράφι του Μπέτση (επώνυμο Αρβανίτικο).

Άρα-Τσουκαλά: Το χωράφι του Τσουκαλά (επώνυμο Δουκέϊκο).

Άρα-Κουμπάτη: Το χωράφι του Κουμπάτη (επώνυμο Δουκέϊκο).

Άρα-Φούσου: Ανοιχτό χωράφι. Fush: Ανοικτό μέρος, επίπεδο. (Αρβανίτικο).

Άρα-Μπόσι: Άγονο χωράφι Boshj: Άγονο χωράφι. (Αρβανίτικο).

Άρ-Κέρι (Αργύρη): Ξεροχώραφο Kerr: Ξερός, τόπος γυμνός. (Αρ­βανίτικο).

Τοπωνύμια  με  το  ένα  συνθετικό  τους  το  Αρβανίτικο. Σέσι  (Shesh-ί: ίσιωμα, πλατεία).

Σεσι-μάδι: Μεγάλο ίσιωμα. madn: Μεγάλος (Αρβανίτικο).

Σεσι-γκούστι: Στενό ίσιωμα Gushtj: Στενό (Αρβανίτικο).

Σεσι-Ντουκάτη: Το ίσιωμα του Ντουκάτη. (Αρβανίτικο).

Μια άλλη κατηγορία τοπωνυμίων είναι εκείνα που είναι ελληνι­κές λέξεις με την αρβανίτικη κατάληξη (ζα) όπως και στην Αττική (Βάρκιζα = Μικρή βάρκα), Αμυγδαλέζα Μικρή αμυγδαλιά). Συνήθως η κατάληξη αυτή έχει την έννοια του μικρού.

Δρύ-ζα: Μικρή Βελανδιά.

Αγγέλη-ζα.

Καλύβι-ζα: Μικρή καλύβα.

Κουβελι-ζα: Μικρή κυψέλη.

Επίσης η Ελληνικότατη λέξη Σπιθάρι (Εις-πιθάρι).

Σύνηθες για πηγές που η συλλογή του νερού γίνεται στάλα-στά­λα στο πυθάρι.

Τέτοιες λέξεις είναι και οι λέξεις που έχουν παραμορφωμένη την λέξη «Σπηλιά».

Σπελαμακρίσι, Σπελαλέκου.

Έχουμε όμως και τοπωνύμια και με το πρώτο συνθετικό Αρβανί­τικο.

Λεμένιζα: Μικρό αλώνι lem/ë: το αλώνι.

Τρισιέρι-ζα.

Γκρόνι-ζες.

Άλλα τοπωνύμια με Αρβανίτικη προέλευση.

Κατουνίστα: Από την Αρβανίτικη λέξη κατούνα που σημαίνει μι­κρά στρατιωτικά φυλάκια σε στρατηγικά περάσματα. Συνήθως ήταν λίγα σπίτια που έμεναν οι φύλακες που προστάτευαν τα συμφέροντα των μεγαλογαιοκτημώνων και μεγαλοκτηνοτρόφων την εποχή της μεγάλης ακμής του Λάλα.

Κατουνοτόπι: Ιδίας εξήγησης.

Γκορίτσα: Αγραπιδιά (grorric: Αγριαχλαδιά).

Γκορτζαγκούνη: Τόπος με αγραπιδιές.

Γκουσέτσι: Μικρός λάκος νερού (gos/ar).

Φούρα: Καμίνι (Furr/e-a: Ο φούρνος, το καμίνι). Στο σημείο αυτό άλλωστε σώζεται ακόμη το ασβεστοκάμινο στη Μποκρίλα.

Γκούρι: Τόπος με πολλύ πέτρα (gur-i:Η πέτρα, το λιθάρι).

Μπα-γκούρι: Το ίδιο.

Σκόζα: Ο γαύρος (Shkoz/e: Ο γαύρος, δέντρο).

Χόνι: Γκρεμός (Hummer: κρημνός, βάραθρο).

Λιούτσα: Λασπότοπος (Luc/ë-α: Η λάσπη).

Ζουρναμπέλι: Αμπέλι σε χαλικότοπο. (Zhuri: χαλικότοπος).

Κερτεσιούμα: Πλαγερός τόπος (Kërthët: πλάγιος, λοξός τόπος).

Λεπούσια: Λαγότοπος (Lepu: λαγός).

Βορρού: Μνήμα (Vorr-i: Το μνήμα).

Λισιμπούτη: Το δέντρο του Μπούτη (Lis-i: Η βελανιδιά).

Γκουρίλου (gur-i): Η πέτρα, το λιθάρι.

Στάνη-Ντόρου (Στανηδούλα). Η στάνη του Ντόρου. Ο Ντόρος ή­ταν πλούσιος Λαλαίος Αγάς που όπως λέει ο Χρυσανθακόπουλος στην ιστορία του στην σελ. 139 «…επίσης πλουσιωτάτου με πολλά αιγοπρόβατα, την επίβλεψιν των οποίων είχεν ανελάβει ο Τσαπά­ρας».

Λισιμινάνι: Τόπος με βελανιδιές, Ημεράδια.

Φουσκί: Τόπος με κοπριά. Στάνη. (Fushki: Η κοπριά).

Γκρόπα: Κοίλωμα (gropa: κοίλωμα, λακούβα).

Σενεπρέμτι: (Shenjt: Ο Άγιος. Dremt/e: Παρασκευή). Αγία Παρα­σκευή

Προϊμάδι: Μεγάλος ξεροπόταμος.

Ρούσα: rrush-i: Το σταφύλι.

Ρουγκάλια: rrukyllis. Κυλάω, κατρακυλάω.

Μαρτιάκου: Από το mare: Κουμαριά.

Γούβα: guv: κοίλωμα, βαθούλωμα.

Άλλα Αρβανίτικα τοπωνύμια που θέλουν έρευνα είναι:

Λιστεντέμ. (Lis-Βελανιδιά) πρώτο συνεθτικό.

Λιστεψιέ. (Lis-Βελανιδιά) πρώτο συνθετικό.

Φετεπάλι.

Χέρωμα.

Σούρια.

Τριέσα.

Γράφα.

ΤΥΠΩΝΥΜΙΑ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ

Πολλά τοπωνύμια βεβαίως του τόπου μας είναι Ελληνικά. Αυτά μπορούμε να τα χωρίσουμε σε ομάδες ανάλογα με το βασικό χαρα­κτηριστικό που τα προσδιορίζει.

Α. ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΤΑ ΑΓΙΩΝ

Άϊ-Γιώργης, Άϊ-Δημήτρης, Άϊ-Λιάς, Παναγίτσα, Αγία Παρασκευή, Άϊ-Θανάσης.

Β. ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΤΑ ΔΕΝΤΡΩΝ  Ή ΦΥΤΩΝ

Πουρνάρι, Λουπουνάρα (από το Λούπουνο), Κουμαριά, Μπα­μπα­κιές, Πεύκα, Κοκορίκια, Δέντρο του Ντούμα, του Κανελλή τα δέντρα, Αριές του Μπαντούνα, Σφαλαχτού (τόπος με ασφάλαχτα), Κουτσουνίδα (από το τσουκνίδα).

Γ. ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ

Κονάκια, Παναγιωτόπουλου τ’ Αλώ­νι, του Μποτσολέα τ’ αλώνι κ.λπ., Παράγκες του Ντούμα.

Δ. ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΜΕ ΓΕΩΦΥΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Πηγάδι, Σπηλιά-Ματζώρου, Σπηλιά Διαμαντή, Σκάλα στο Πουρ­νάρι, Σκάλα του Μάστρικου, Σκάλα στην Αύρα, Σπηλίτσες, κ.λπ.

ΑΛΛΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ

Κοιτώνα: Από την αρχαία λέξη κοίτη: Φωλιά ζώου.

Κεραμίδα: Από την κεραμίδα που είχε τοποθετηθεί στην ομώνυ­μη πηγή για την ρήση του νερού.

Ψωριάρα: Από το ξερό τοπίο της, ειδικά τους θερινούς μήνες.

Αύρα: Από τη δροσιά του ποταμού Ενιπέα.

Ρίζα: Τα ριζά του βουνού, οι πρόποδες του βουνού.

Λαδικού: Τόπος που έχει ελιές που βγάζουν λάδι.

Παληοκλήσσι: Παληά Εκκλησία.

Μισοβούνι: Μισό βουνό.

Ο φίλος μου ο Νίκος του Γεωργίκου (ΝΙΚΟΣ Δ. ΚΟΤΣΙΡΑΣ)

Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΝΙΚΟΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΚΟΥ

Ο Οκτώβρης στη Κάπελη έκοβε βόλτες στή Χύμα με τα χέρια στις τσέπες λες και περίμενε με ανυπομονησία να περάσουν οι μέρες του σε τούτη τη σκοπιά. Μερικές φορές τον έβλεπα και στη Στανιδούλα ν’ αγναντεύει τον κάμπο ίσια πέρα μέχρι του Καλιόρι και την Ψω­ριάρα. Ύστερα έβγαζε ένα τσιγάρο «ΕΘΝΟΣ» σχέτο, το κτύπαγε δυ­νατά πάνω στο πακέτο και το άναβε με το τσακμάκι του φυλάγοντας από τον αέρα με την χούφτα του αριστερού του χεριού τη μικρή φλογίτσα. Αρκετές φορές, λέγανε οι άλλοι, ότι τον είχαν δει ν’ ανάβει το καντήλι στον Άϊ Γιώργη και να πίνει νερό στη στέρνα του. Ο Οκτώ­βριος αξύριστος με το μάτι σκληρό και τα μαλλιά του αχτένιστα. Στις τσέπες του είχε πάντα κρυμμένα αγραπίδια, πού έκλεβε από τη μεγάλη μας αγραπιδιά στου Κουντούρη.

Τα δέντρα στη μέσα Κάπελη, γεμάτα βελάνι, μοιάζανε με μεγά­λους αντεστραμμένους πολυελαίους με τα λαμπιόνια τους, κρεμμα­σμένα στο μεγάλο τρούλο του ουρανού. Τα φύλλα τους είχαν αρχί­σει να χρυσώνουνε στο μεγάλο πίνακα του Φθινοπώρου. Σε τούτου το τοπίο τα χαράματα βγαίναμε και εμείς με τα μικρά ή μεγάλα ποί­μνιά μας στο μεγάλο δοξαστικό της φύσης. Τα τσοκάνια, ως κάτοχοι της μεγάλης μουσικής κλίμακας του Σύμπαντος, αφήνανε τις νότες, σαν μικρές ανάσσες, στο πρόσωπό του ορεοπεδίου. Άλλα ποίμνια δεν είχαν καθόλου τσοκάνια ή ήταν βουλωμένα με φτερίνες για τις μικρές κλοπές βοσκής στα «απαγορευμένα» τοπία, δημόσια ή ιδιω­τι­κά.

Εγώ αναθρεμένος σε τούτου το τοπίο αυτόχθονας ως ρίκι και κουμαριά έβγαινα στη μεγάλη αρρένα με το μικρό ποίμνιό μου «α­πολωλός» καί «άσωτος» στα μεγάλη συσίτια της φύσης. Η μεγάλη αφετηρία γινόταν από του Κουντούρη που εκεί γύρω-γύρω «στασία­ζαν» σχεδόν όλα τα ποίμνια και οι ποιμένες στις μεγάλες αναμονές και αναπαύσεις της μάχιμης ημέρας. Μεγάλοι ποιμένες έκαναν την εμφάνισή τους στο οροπέδιο. Ο Βασίλης ο Πίππας, ορμώμενος από τα κονάκια του στην Τρέσα. Ο Χαρλάμης ο Μαρούντας ανέβαινε από τα κονάκια του στις Κρόνιζες μέσα από του Λάκα-Χαρντάμη. Ο Πάνος ο Μπιλάλης με την μεγάλη έδρα του στου Κουντούρη, στου πεθε­ρού του του Γιώργη του Δημακόπουλου. Ο Πάνος ο Λέντζος του Γιωργάκη ανέβαινε κι αυτός από τα κονάκια του κι αυτός από την Τρέσα. Αλλά και μικρότερα ποίμνια σαν το δικό μου, όπως ο μπάρ­μπα Θανάσης ο Λέντζος (Γκουντέτσης), ο Κώστας ο Μπιλάλης (Γκά­βαλος) και βεβαίως και ο μεγάλος ποιμένας Ανδρέας Κοτσιράς (Κου­τσουμπάς) παρά το μικρό, πολύ μικρό ποίμνιό του έκανε την εμφάνι­σή του στον ορίζοντα, μην έχοντας ποτέ μόνιμον τόπον για την «ανα­κωχήν» που είπαμε πρωτύτερα.

Δίπλα ακριβώς από του Κουντούρη, στο δικό μας, ήταν και η μεγάλη έδρα του Νίκου Κοτσιρά (Γεωργίκου) που είχε μάλιστα και καλύβα με ράπη, όπως και εμείς βεβαίως. Ωραίο ποίμνιο με ωραία πρόβατα, όμορφα, περιποιημένα, με καλοφτιαγμένες κουλούρες και μελωδικά τσοκάνια, κουρεμένα όμορφα και υπάκουα στις εντολές του ποιμένος. Γιατί πρέπει  εδώ να σας θυμήσω, ότι όλα τα πρόβατα δεν ήταν τόσο υπάκουα στις εντολές και μερικά μάλιστα, είτε σε μικρές ομάδες, είτε κατά μόνας, έκαναν αρκετές εφόδους και ζημιές στα «απαγορευμένα» τοπία που λέγαμε. Όχι τίποτ’ άλλο για λίγη «χλωρονομή» σε κάποιο ξερικό αραποσίτι ή λίγη μαλακή κουνού­κλα και αγριάδα στα φραγμένα του Δασαρχείου.

Ανυπάκουα πλάσματα στις ωραίες εκείνες παρανομίες της ανάγ­κης. Εκεί λοιπόν γνώρισα τον Νίκο και γίναμε φίλοι. Ένα λιανός, λι­πόσαρκος, νευρικός γερός άντρας με σκληρά χαρακτηριστικά με­τρίου αναστήματος, με λεπτό μουστάκι, και πάντα περιποιημένη εμ­φάνιση. Φορούσε πουκάμισο μακρύ με σηκωμένα τα μανίκια, παν­τε­λόνι, που στην τσέπη του κρεμότανε η αλυσιδίτσα με τον σουγιά, και αρβύλες από πετσί φτιαγμένες στο υποδηματοποιείο του Μήτσου του Βουτσιώτη.

Στην τσέπη του πουκαμίσου του είχε πάντα το πακέτο με τα τσι­γάρα «ΕΘΝΟΣ» σχέτα, και μου έκανε τόση εντύπωση στην αρχή, γιατί και ο Οκτώβριος καπίνιζε τα ίδια ακριβώς εκείνα τσιγάρα. Το μάλλινο τράστο το κρέμαγε στο μεγάλο δέντρο ή μέσα στο καλύβι του από τη μεσαία φούρκα. Ο Νίκος ξύπναγε πολύ νωρίς και ανέβαι­νε από τους πρώτους στο οροπέδιο με τους τσαλαπετεινούς και τους δρυοκο­λάπτες. Άνοιγε νωρίς τη μεγάλη πόρτα της βοσκής μαζί με τον μπάρμπα Βασίλη τον Πίππα και τον Χαρλάμη τον Μαρούντα. Εμείς αργούσαμε λίγο να βγούμε έξω, από την μεγάλη θαλπωρή του Μορφέως.

Μερικές φορές τα μεσημέρια τον έβλεπα να κάθεται ώρες πάνω από το λευκό κούτσουρο και να πελεκάει με το πευκοσκέρπανο ξύλα από δέντρο (δρυ) ή πουρνάρι και να φτιάχνει ωραίες κουλού­ρες για να κρεμάση τα τσοκάνια στα πρόβατα. Πάντα στο κεφάλι του θυμάμαι φόραγε στρατιωτικό καπέλο εργασίας και πανωφόρι είχε ένα στρατιωτικό αμπέχωνο. Εκεί αρχίσαμε και κάναμε παρέα. Μου έδινε τσιγάρο, γιατί κάπνιζα από μικρός, γιατί τότες δεν είχαμε ανα­πτυγμένη αντίληψη και ενημέρωση τι είναι καλό ή κακό για την υγεία, αλλά πιο πολύ για την κοινωνία, τον «κόσμο», όπως έλεγαν στο χωριό. Και αυτό, το κάπνισμα, ήταν μια ρωγμή, ένα όχι, στα άλλα «απαγορευμένα» του κόσμου. Και ο Νίκος ήταν με το μέρος της ρωγμής και όχι του τοίχου του κόσμου. Πιάναμε κουβέντα ώρα πολλή για πολλά πράγματα. Έτσι κι αλλιώς όμως το πάθος του, ήταν ο στρατός και πράγματα δικά μας, του χωριού. Για τα πρόβατα, για τ’ αμπέλια, τα κεντρώματα και τόσα άλλα.

Μοναχικός άνθρωπος, αιρετικός και αυστηρός στα πιστεύω του. Σκληρός σαν πέτρα σε ζητήματα ηθικής και πατρίδας. Δεν ήξερε πολλά γράμματα, αλλά ήταν έξυπνος και είχε ένα μεγάλο προτέρη­μα, που εγώ δεν είχα, άκουγε. Μου μίλαγε με τα καλύτερα λόγια για τον παππούλη μου τον Πάκη, τη γιαγιά μου και τον πατέρα μου. Ό­μως είχε ιδιαίτερη αδυναμία και σχέση και ήταν και «κολέγηδες» με τον θείο μου τον Αντώνη. Μ’ έμαθε πολλά πράγματα ο Νίκος και όταν έρχονταν το μεσημέρι τρώγαμε μαζί. Εγώ δεν είχα, γιατί δεν είχαμε. Λίγα πράγματα είχα μαζί μου. Λίγο ψωμί, λίγο τυρί, άντε και κανένα αυγό καμμιά φορά ή καμμιά ντομάτα. Ο Νίκος είχε τα πάντα.

Απλώναμε «πετσέτα» και βγάζαμε τα πράγματά μας. Θυμάμαι ότι είχε πάντα μαζί του κρεμμύδι το οποίο το έκοβε όμορφα με το σου­γιά του και πάντα άρχιζε να τρώει απ’ αυτό. Μαζί του είχε πάντα μια μισοκαδιάρα κόκκινο καλό κρασί και μου έδινε και έπινα κι εγώ από την ίδια μποτίλια. Από τη γιαγιά μου και το Νίκο απέκτησα αυτή την ευλογία, να πίνω δηλαδή πάντα στο φαγητό μου κρασί. Μου είχε κάνει εντύπωση ότι με άφηνε σχεδόν να τρώγω όλο το κρέας αν έβλεπε ότι εγώ πεινούσα. Ο Νίκος ήταν ολιγαρκής. Του έφτανε λίγο ψωμί και λίγο τυρί με κρεμμύδι.

Ύστερα καπινολογάγαμε ώρα πολλή περπατώντας βαθειά στην Καπέλη, βγάζοντας τ’ απόγευμα πάλι τα ποίμνιά μας για βοσκή. Το βράδυ εγώ θα πήγαινα στην Κουμουριά, στα κονάκια μας, ακριβώς κάτω από τα Κουντούρια και θα στάνιζα το ποίμνιό μου για τη νύχτα καί τρέχοντας θα πήγαινα στο χωριό να βρω τους άλλους συνομιλή­κους φίλους μου.

Ο Νίκος τα στάνιζε στου Κουντούρη και ξεκίναε έτσι αυτή η ιστορία μέχρι το τέλος του Νοεμβρίου γιατί ο κάμπος δεν μπορούσε να θρέψει τόσα ζωντανά τους δύσκολους αυτούς μήνες του Φθινο­πώρου. Μετά θα μεγάλωναν τα γρασίδια, θ’ άρχιζαν να γενούν και τα πρόβατα και θα ξεχειμωνιάζανε στα κάτω κονάκια κοντά στο χω­ριό. Η Καπέλη φυλοβόλα και γυμνή σαν γυναίκα με δεμένο το μαντήλι πίσω στό σβέρκο της θα μάζευε τα δικά της παιδιά γύρω της να βγάλει και τούτο τον χειμώνα.

Με τον Νίκο ξανακάναμε παρέα όταν τελείωσα το Λύκειο και έμεινα για λίγο χρονικό διάστημα στο χωριό. Πιο ώριμος πια κατάλα­βα τα ακριβά στοιχεία του χαρακτήρα του. Εγώ τότε με «θερμό» το αίμα της εφηβείας και της «άρνησης» στις φλέβες μου, ασπάστηκα τις ιδέες του μεγάλου «αντί», σίγουρος πάντα ότι ο κόσμος πρέπει να αλλάξει, με ότι σήμαινε αυτό. Ο Νίκος ήταν απέναντι σ’ αυτά. Σκλη­ρός κι αυτός στην παλαίστρα του. Ποτέ όμως αυτό δεν μπήκε σαν στοιχείου διάλυση της φιλίας μας, με δεχόταν έτσι. Χρόνια δεν μπο­ρούσα να εξηγήσω πως τις περισσότερες φορές συμφωνούσε με μένα. Πάντως έτσι συνεχίσαμε στις ατέλειωτες ύστερα κουβέντες μας στο περίπτερο της θειάς Λαμπίας στο χωριό.

Εκεί πίναμε κονιάκ και καπινίζαμε αρκετή ώρα και λέγαμε κι άλ­λες ιστορίες γι’ άλλα πραγάτμα.

Ο Νίκος τα χρόνια εκείνα του «Οκτωβρίου» είχε πάρει και το πρώτου του τρακτέρ το FERGUSON και ο Οκτώβριος πια είχε φύγει απ’ την Καπέλη κι ακολουθούσε το φρέσκο οργωμένο χώμα πίσω από το τρακτέρι να βρουν μαζί με τα κοράκια και τους σπουργίτες που έψαχναν κανένα σπυρί σιταριού ή βρώμης.

Ο Νίκος όργωνε πια το μισό χωριό, το άλλο μισό ο Αργύρης ο Λέντζος. Το χωριό μας πρώτη φορά είχε δύο τρακτέρια για να εξυ­πηρετηθεί, παλαιότερα αυτό γινόταν μόνο με τρακτέρ από τα άλλα χωριά, όπως του Γιαννακάρα από του Λάλα, του Μπακατσέλου από τη Νεμούτα και του Λόκη του Δημητρόπουλου από τη Ντάρτιζα.

Μου έλεγε ο Νίκος αργότερα ότι αν είχε πάρει στη σειρά μια αυλακιά, με τα στρέμματα που έχει οργώσει, θα είχε φτάσει έως την Αμερική. Χρόνια όργωνε και τα δικά μας χωράφια και θυμάμαι ότι τον εξοφλούσαμε αργά την άνοιξη χωρίς να μας κάνει ποτέ κουβέντα για το χρέος αυτό. Και τις άλλες αναγκαίες μεταφορές για το σπίτι μας, ή ξύλα ήταν αυτά, ή σανός, ή ότι άλλο, με το Νίκο τις κάναμε.

Ο Νίκος ήταν εγρατικός και τίμιος στην εργασία του. Θυμάμαι δούλευε χρόνια στο λιοτριβείο του χωριού, του Χρήστου του Καρα­γιάννη και του Πάνου του Γεωργάκη στην Κάτω Ρούγα. Ήταν η ψυχή του εργαστασίου και συντόνιζε μαζί με το Χρήστο τον Καραγιάννη όλες τις δύσκολες εκείνες εργασίες της αλυσίδας της παραγωγής του ελαιολάδου, από την παραλαβή δηλαδή του καρπού, που με μεγά­λο κόπο συνέλεγαν οι συγχωριανοί μας, από τα λιγοστά τους δέν­τρα, μέχρι να βγει απ’ το διυλιστήριο το «άγιο» υγρό με τα χρυσο­πράσινα μάτια, σαν μικρό νεογέννητο παιδί. Το τζάκι έκαιγε συνέχεια θερμαίνοντας τα νερά του εργοστασίου, δίνοντας απλόχερα και την πύρρα του για το βράσιμο της φασολάδας, που μαγείρευαν οι εργα­ζόμενοι, στις μικρές εκείνες ανάπαυλες της επώδυνης ημέρας.

Εκεί δούλεψα κι εγώ ένα διάστημα και τα ξέρω τούτα καλά τα πράγματα. Μου άρεσε εκείνη η εργασία και πιο πολύ η μυρωδιά του λιωμένου καρπού, κάτω από τις γέρικες μηλόπετρες, που ιδρωμένες χόρευαν αυτό το τραγούδι, με βήματα πάντα μπροστά, χωρίς καμμία ανάσσα, στα πανηγύρια των φτωχών αρτημάτων.

Λένε πως ακόμη τώρα ο Οκτώβριος βγαίνει στην Καπέλη εκεί στη Χύμα και κάνει βόλτες στη δημοσιά με τα χέρια στις τσέπες, με σα­λιωμένο στα χείλη του το σχέτο του τσιγάρο. Δεν τον βλέπουν λέει όλοι, εξόν, από τους ποιμένες που ακόμη επιμένουν στην παραβίαση των κανόνων καί στην κατάργηση των περιφράξεων στα «απαγο­ρευ­μένα» τοπία. Και τους ποιμένες αυτούς τους λένε αλαφροΐσκιωτους κι αλλοπαρμένους από την μεγάλη μοναξιά αυτής της διαδρομής. Σε απόδειξη των λεγομένων τους, αναφέρουν ότι είναι αδύνατον να κα­πινίζει ο Οκτώβριος και να συμπεριφέρεται εν δυνάμει ως αλήτης στις δημοσιές και τις δενδροσκιές της Κάπελης. Δεν ξέρουν βέβαια, οι αφελείς της μεγάλης πραγματικότητος, ότι ο Οκτώβριος εξ αρχής ήτο και αυτός ποιμένας των ωραίων αισθημάτων και της υγρασίας τους, και πως καιρό τώρα έχει κάμει τις επιλογές στις παρέες του και κανείς δεν μπόρεσε να γίνει ακριβότερός του φίλος εξόν από τον Ανδρέα τον Κοτσιρά (Κουτσουμπά) που μοιραζόντουσαν το τσιγάρο και την τελευταία γουλιά από το κρασί του Φόλου στις μικρές εκείνες μποτίλιες με το κότσαλο τ’ αραποσίου, πότε κόκκινου και πότε άσπρου, στις μεγάλες απολήξεις των στομίων. Δεν ήξεραν γιατί ποτέ δεν αφουγκράστηκαν στους ψηλούς κορμούς των δέντρων τη μεγά­λη βουή από τον ερχομό του θείου και από τους τελευταίους εκεί­νους λιθοβολισμούς του Χειμώνος, στα ψηλά δέντρα με το βελάνι και τον αξό με τα μικρά πιπερίτια στους υγρούς ίσκιους τους.

Ύστερα εγώ εκεί στα είκοσι έφυγα από το χωριό. Με το Νίκο συ­ναντιόμαστε πια στις επισκέψεις μου στο χωριό και πάντα στο περί­πτερο της θειάς-Λαμπίας. Είχε κάνει πια μεγάλη οικογένεια, μεγάλο ποίμνιο, είχε αγοράσει μεγάλο τρακτέρ, πάλι FERGUSON, και έβγαινε όλο και λιγώτερο στην «αγορά» από τη μεγάλη κούραση της ημέ­ρας. Τα τσιγάρα που καπίνιζε ήταν πάντα τα ίδια, «ΕΘΝΟΣ» σχέτα. Εγώ είχα κόψει πια το τσιγάρο «υπάκουος» στις μεγάλες συστάσεις των ειδικών και της αυταπάτης για μια καλύτερη ζωή. Εγώ ο κουτός. Τον έβλεπα πια αραιά, συνήθως στον δρόμο με το τρακτέρ και χαιρε­τιόμαστε βιαστικά. Τελευταία φορά τον είδα στο Νοσοκομείο Σωτη­ρία λίγες ημέρες πριν πεθάνει. Ήταν βαριά άρρωστος εκεί. Με είχε ζητήσει ή μάλλον ήταν σίγουρος ότι θα πάω να τον δώ. Κι εγώ πήγα έτσι, απ’ αυτή την ίδια ανάγκη, γιατί συνήθως δεν πάω στα νοσοκο­μεία.

Εάν επιτρέπεται το μικρό εμπόριο στον Κάτω Κόσμο, θα το έχει στήσει το μαγαζάκι η θεια Λαμπία με τα δυο τσίγκινα στρογγυλά τρα­πεζάκια, τον μικρό ξύλινο καναπέ γιαλισμένο από τα λερά ντρίλινα παντελόνια των θαμώνων.

Στη μέση το μαγκάλι με τ’ αναμμένα κάρβουνα σαν μια χούφτα κλαμένα μάτια να πυρώνουνε τα κρύα χέρια των ανθρώπων: Του μπάρμπα Κανέλλου, του θείου μου του Αντώνη, του Κουτσογιώργη, του Μπουρδογιώργη, του Γιώργη του Κορδελά και του Νίκου του Γεωργίκου προσπαθώντας ν’ ανάψουν το τσιγάρο τους με το μικρό καρβουνάκι που κολάει στο τσιγάρο σαν τσιμπούρι. «Έθνος», Κερά­νης, σχέτα. Και πάντα στο κάτω χείλος να κολάει το χαρτί σαν τατού. Αν επιτρέπεται το μικρό εμπόριο στον άλλο κόσμο η θεία Λαμπία θα έχει ανοίξει μαγαζί. Κι ας λένε ότι περνάει μεγάλη κρίση ο κόσμος κάτου. Τους αρκεί ένα κονιάκ κι ένα τσιγάρο για να λένε τις ιστορίες τους από τον πάνω κόσμο. Μόνο που δεν θυμούνται τα ονόματα και τις φυσιογνωμίες από τους απάνω γιατί λένε έχουνε δικά τους, άλλα δεδομένα εκεί κάτου. Α! και ένα άλλο πρόβλημα. Δεν έχει εκεί βε­ρε­σέ λένε και απαγορεύεται και η δηλωτή. Βάλε άλλη μια θεία-Λαμπία κι άνοιξε λίγο την πόρτα, μη κάνει λάθος καμμιά ψυχή και δεν μας βρει εδώ, γιατί κι εμείς θολώσαμε με τόσο πιοτό κι είναι κι η ζέστη απ’ το μαγκάλι.

Ωραία εικονίσματα της ώχρας και της πορφύρας. Ωραία εικονί­σματα των δικών μας αγίων: Κανέλλου, Αντωνίου, Γεωργίου, Γεωρ­γίου και Γεωργίου, Χαραλαμπίας και Νικολάου του Γεωργίκου, του φίλου μου.

Χαίρετε οι ευλαβείς κι οι βλάστημοι.

Χαίρετε οι παροικούντες στην Ιερουσαλήμ και στην Καπέλη.

Χαίρετε. Οι ποιμένες του μεγάλου Ορεοπεδίου με τις λούμπες γε­μάτες κόκκινο θόλο νερό από το μπουχό και τη μεγάλη καρτερία.

Χαίρε Οκτώβριε με τα μακριά αχτένιστα μαλλιά και το τσιγάρο στο στόμα, και τα αγραπίδια ακόμη στις τσέπες σου.

Χαίρε. Η μνήμη η χέουσα στον Άϊ Γιώργη και στη Στανδούλα.

Χαίρετε.

Δ. Κ. ΛΕΝΤΖΟΣ

ΑΘΗΝΑ 2013

Η Ιστορία

gj8y9315imageἩ μικρή ἱστορία τοῦ χωριοῦ Μηλέων Ἠλείας ἀρχίζει τό 1700 μ.Χ. Τότε στήν ἀπογραφή Grinani καταγράφονται ἑπτά (7) οἰκογένειες Δούκα καί Μηλιές μαζί μέ εἴκοσι τρεῖς κατοίκους (23)(*). Οὐσιαστικά τά χωριά Μηλιές καί Δούκα ἔχουν τήν πορεία ἀνάπτυξης ἀπό τό 1715 καί μετά τόν γει­τονικόν χωριόν Λάλα πού ὅπως ἀναφέρει κι ὁ ἱστορικός Κόκκινος ἤκμασε μετά τό Ρωσο-Τουρκικό πόελμο τοῦ 1770. Ἕνας πρωτόγονος οἰκισμός μέ μικρά πλιθόσπιτα καί καλύβες. Οἱ πρῶτοι κάτοικοι ἑδραιώθησαν εἰς τήν θέση «Μόλα» Βορειοδυτικά τοῦ χωριοῦ στά «Καντζέϊκα» ἐκ τῆς ὁποίας μᾶλλον προέρχεται καί τό ὄνομα Μηλιές ἐκ τοῦ Μόλα πού εἰς τήν ἀλβα­νική διάλεκτο σημαίνει Μηλιά. Καί τοῦτο λογικό καί ἁπλό φαίνεται διότι ἡ Μόλα εἶναι ἀκριβῶς δίπλα ἀπό τό ἰσχυρό ὅπως εἴπαμε ἐκείνην τήν ἐποχή Ἀλβανοτουρκικόν χωριό Λάλα καί ὅπως γράφει καί πάλι ὁ Διονύσιος Κόκκινος «Οἱ Λαλαῖοι μετεβλήθησαν εἰς στράτευμα ληστῶν ἐναντίον μιᾶς ὁλοκλήρου ἀνυπερασπίστου χώρας. Αἱ ἐπιδρομαί των καί αἱ λεηλασίαι των ἦσαν ἀδιάλειπτοι ἀπεκόμιζαν ἀπό παντοῦ ὅτι ὑπῆρχε. Προϊόντα, ζῶα, εἴδη οἰκιακῆς χρήσεως. Ὅταν ἀπό ἕνα χωριό δέν ἀπέμεινε τίποτε τό ἔκαιαν. Ἡ Ἠλεία ὁλόκληρος εἶχε ἐρημωθεῖ καί κατακαεῖ καί ὁ ἄμαχος πληθυσμός της εἶχε καταφύγει ἐκ τρόμου εἰς τά βουνά»(**). Κάτω λοιπόν ἀπ’ αὐτό τό καθεστώς βίας καί ἐξαναγκασμοῦ ἔστησαν τά φτωχά νοικοκυριά τους καί τίς ζωές τους οἱ πρῶτοι κάτοικοι τοῦ χωριοῦ μας. Βοσκοί καί γεωργοί καί μικροτεχνίτες κατά κύριο λόγον. Οἱ Μηλιῶτες εἶχαν ἐνεργόν καί ἡρωϊκήν συμμετοχήν εἰς τήν μεγάλην καί σημαντικότατη στρατηγικά γιά τήν ἔκβασιν τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 μάχην παρά τό Ποῦσι-Λάλα τόν Ἰούνιον τοῦ 1821. Ἀλλά καί εἰς ἄλλα σημεῖα τῶν Μηλεῶν στήν Παναγίτσα, στό Πουρνάρι στήν Πηγή, ἀλλά καί στό Μποτίνι, ἔγιναν φονικότατες μάχες μέ τήν ἀνδρείαν συμμετοχήν εἰς αὐτές τῶν Μηλιωτῶν. Ἡ προφορική πα­ράδοσις ὁμίλει γιά τόν ἡρωισμόν τοῦ Θεοδώρου Γεωργόπουλου (Ντου­βέλα) καί τοῦ Δημήτριου Δημητρακόπουλου (Δουδούμη) πού ἔφεραν ὡς ἀπόδειξιν καί παράσημον ἀνδρείας τίς πληγές των ἀπό τά βόλια τοῦ ἐχ­θροῦ. Πρέπει ἐδῶ νά τονίσουμε τήν συμμετοχή ὅλων τῶν ἐντοπίων Ἑλ­λήνων πού μέ αὐταπάρνησιν ἔδωσαν μεγάλην μάχην γιά τήν νίκην, διότι εἶναι αὐτονόητος ἡ μεγάλη ἀνάγκη πού τούς βάραινε ὡς μή ἔχοντες ἄλ­λην ἐπιλογήν πέραν τῆς νίκης, διότι πού θά ἐπήγαιναν ἄν ἠττώντο ὑπό ἑνός σκληροῦ καί ἀδίστακτου ἐχθροῦ ἐμπείρου καί σκληροτράχηλου, ὅ­πως ἦτο οἱ Τουρκαλβανοί Λαλαῖοι.

Μετά τήν ἐπανάστασιν τοῦ 1821, ἀπό τό 1829 καί μετά, οἱ Μηλιές ἄρχι­σαν σιγά-σιγά νά ὀργανώνονται σέ οἰκισμό σοβαρό. Ὅπως ἀναφέραμε καίmaxh_tou_lalaπρίν οἱ Μηλιῶτες ἦταν φτωχοί ποιμένες καί γεωργοί, ἀναλφάβητοι μέ σχεδόν μηδενικό μορφωτικό ἐπίπεδο. Ἀντιθέτως τό παρακείμενο χωριό Δούκα εἶχε μεγάλην μόρφωση καί ὑψηλό ἐπίπεδο ἐκπαίδευσης, ἄλλωστε οἱ Δουκαῖοι ἐχρησιμοποιοῦντο ὡς γραμματεῖς καί λογιστές ὑπό τῶν Τουρ­καλβανῶν Λαλαίων καί ἔχαιρον πολλῶν προνομίων εἰς τήν περιοχή. Ἔτσι ὁ μικρός αὐτός οἰκισμός τῶν Μηλιωτῶν προσεκολήθη εἰς τήν ράχην τοῦ δυνατοῦ Δούκα. Μέχρι τό 1895 οἱ Μηλιῶτες ἐδιδάσκοντο τήν ἑλλη­νικήν γραμματείαν εἰς τό Δημοτικόν Σχολεῖον Δούκα. Οἱ Μηλιές πρίν ἀπό τήν ἀνακήρυξή της σέ κοινότητα Μηλεῶν ἀνῆκε διοικητικά καί πραγματι­κά εἰς τόν Δῆμον Ἀρχαίας Ὀλυμπίας μέ ἕδρα θερινή τό Δούκα καί χειμε­ρινή τό Πελόπιο (Κριεκούκι). Ἐκτός ἀπό τήν ἀπουσία τῶν δύο αὐτῶν ση­μαντικῶν στοιχείων, τοῦ Σχολείου καί τῆς Κοινότητος δηλαδή, μέχρι τό 1863 οἱ Μηλιές δέν εἶχαν οὔτε ἐκκλησία. Ἐκκλησιάζοντο εἰς τόν ἱερό Ναό τ’ ἁγίου Νικολάου εἰς τό Δούκα καί στό παρακείμενο τοῦ Ναοῦ κοιμητήριο ἐντα­φιάζοντο οἱ θνήσκοντες Μηλιῶτες.

Ἀπό τό 1863 λοιπόν ἀπέκτησε δικό του μικρό Ναό, τοῦ Ἁγίου Ἰωάν­νου τοῦ Θεολόγου, καί στίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰώνα εἶχε κι ὅλας ὁ πληθυ­σμός του ὑπερδιπλασιασθεῖ. Ἡ ἐξέλιξη αὐτή ἔφερε μεγάλη ἄνθηση. Τά ποίμνια με­γάλωσαν ἀλλά καί κάποιες δυνατές καλλιέργειες ὅπως τά ἀμπέ­λια εἶδαν μεγάλη ἀνάπτυξη. Τό κρέας καί ὅλα τά γαλακτοκομικά γίνονταν ἀνάρπα­στα λόγω τῆς ὑψηλῆς τους ποιότητος. Τά κρασιά τῶν Μηλεῶν εἶ­χον γίνει ξακουστά γιά τήν γεύση καί ποιότητά τους εἰς ὅλην τήν Ἠλεία καί Γορ­τυνία. Λόγω τῶν πολλῶν ἀμπέλων ἀλλά καί τοῦ δρυοδάσους τῆς Φολόης στό χωριό Μηλιές ἀναπτύχθηκε δυναμικά ἡ παραγωγή οἰνο­βαρελιῶν δρυίνων. Μεγάλοι τεχνίτες παρήγαγον ἀλλά καί ἐπισκεύαζον τά βαγενία ὅλων τῶν νικοκυριῶν μέχρι τόν Πύργο τουλάχιστον. Ἡ φήμη αὐτή τῆς τέχνης ἐξαπλώθηκε σχεδόν σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα καί ἄν οἱ συνθῆ­κες ἦτο εὐνοϊκότερες καί πιό συντονισμένες ἴσως τώρα μιλούσαμε γιά ἐντελῶς διαφορετικά γιά αὐτό τό θέμα. Ὁ τόπος αὐτός ὅμως παρά τήν μεγάλη του ἔκτασιν (τά ὅρια τῶν Μηλεῶν ἐκτείνοντο ἕως τοῦ Λάλα καί τήν Ἀχλαδινήν. Καί ἀπό τό Δούκα ἕως τήν Φολόη καί τοῦ Κουμάνη, ἦταν τόπος φτωχός καί ἄγονος λόγω τῆς μεγάλης ἔλειψης σέ νερό. Ὄχι μόνον γιά ἄρδευση ἀλλά καί πρωτίστως γιά τήν ὕδρευση τοῦ χωριοῦ.

Χρόνια οἱ ἀνάγκες ἐκαλύπτοντο ἀπό τίς πηγές στό Πουρνάρι στήν πλαγιά τῆς Φολόης, ἀλλά καί μικρότερων πηγῶν, ὅπως τό πηγάδι στήν Ρίζα, τό Σπιθάρι στήν Κουμαριά, τοῦ Λακαντρέρι στοῦ Σεντουκάτι, τοῦ Κόζι στήν Παληοβέστα καί τήν Φέγκρα στήν Κατουνίτσα.

Οἱ οἰκογένειες τοῦ χωριοῦ ἦταν συνήθως πολυμελής καί γιά τό λόγο αὐτό μιά ἀξιοπρεπής διαβίωση καθίστατο δύσκολη καί ἔτσι ἀπό τό τέλος τοῦ 19ου αἰῶνος κι ὅλας ἄρχισε ἡ μεγάλη μετανάστευση ἀπό τό χωριό μας γιά τό ἐξωτε­ρικό καί ἐσωτερικό. Ἀμερική, Ἀθήνα, Αὐστραλία. Τό χωριό ἔδιωχνε τά παιδιά του ὅπως ὅλη ἡ Ἑλλάδα. Ἔτσι οἱ «ἁπανταχοῦ» Μηλιῶ­τες γινόταν σιγά-σιγά περισσότεροι ἀπό τούς χθόνιους καί ἡ ἀρρώστια αὐτή ἔδωσε στό τέλος ὡς θάνατον τήν ἐρημίν στίς ροῦγες τοῦ χωριοῦ μας.

Οἱ Μηλιτῶτες ἔδωσαν τό ἡρωικό παρόν σέ ὅλα τά μεγάλα προσκλη­τήρια τῆς πατρίδας. Καταχωρώντας στό Πάνθεον τῶν ἡρώων τά ὀνόματα πολλῶν τέκνων τοῦ μικροῦ αὐτοῦ χωριοῦ τους.

1) Παναγιώτης Δημ. Λέντζος 1882.

2) Ἀνδρέας Γεωργ. Λέντζος 1882.

3) Ἀθανάσιος Κων. Δουλῆς 1912.

4) Κωνσταντῖνος Φωτ. Γιαννόπουλος 1913.

5) Δημοσθένης Βασ. Κοτσιρᾶς 1918.

6) Νικόλαος Δημ. Λέντζος 1919.

7) Χρῆστος Θοδ. Πίππας 1919.

8) Δῆμος Θωμᾶ Βασιλείου 1924.

9) Δῆμος Ἀλεξ. Κασκαντίρης 1941.

10) Χρῆστος Ἰω. Μπαντούνας 1943.

Πολλοί ἀκόμη Μηλιῶτες πολέμησαν ἡρωικά γιά μεγάλα χρονικά δια­στήματα σ’ ὅλες τίς πολεμικές περιόδους τῆς πατρίδος μας καί ἄλλοι γύ­ρισαν πίσω τραυματίες καί ἄλλοι δυνατοί. Καί ὅλοι ἐξιστοροῦσαν μεγάλα κατορθώματα στίς μάχες ἀπό τό Μπιζάνι καί τήν Μικρά Ἀσία ἕως τήν Ἀλβανία.

Θύματα εἶχαν οἱ Μηλιές καί στόν ἐμφύλιο πόλεμο τό 1946-1949.

1) Χαράλαμπος Γεωργ. Κάντζος 1948 Ὑπεν/ρχης.

2) Παναγιώτης Ἰω. Μπαστούνας 1947 Στρ. Ἰατρός.

3) Γεώργιος Παν. Γερμανός 1949 Ἀντάρτης τοῦ Λαϊκοῦ Στρατοῦ.

4) Ἰωάννα Πάϊκ. Λέντζου 1949 Ἀντάρτισσα τοῦ Λαϊκοῦ Στρατοῦ.

Οἱ Μηλιές ἄρχισαν σιγά-σιγά μετά τόν ἐμφύλιο νά στέκονται καί πάλι γερά στά πόδια τους. Ἀναπτύχθηκαν καινούργιες καλλιέργειες κυρίως σιτηρῶν μέ τήν μηχανοποίηση τῆς παραγωγῆς ἀλλά καί ἄλλες καλλιέρ­γειες ὅπως οἱ ἐλιές, οἱ κερασιές, οἱ καρυδιές καί τά ἀμπέλια, ὀργανώθηκαν καί βελτιώθηκαν σημαντικά. Γιατί πρέπει νά παρατηρήσουμε ὅτι στό πρῶ­το μισό τοῦ 20ου αἰῶνος ἡ καλλιέργεια εἰδικά τῶν ἐλαιῶν ἦτο ὑποτυπώδης ἀπό τό μεγάλο πληθυσμό τῶν αἰγοπροβάτων καί τήν ἐλλειπή φύλαξη τῶν κτημάτων ἀπό τίς ἐπελάσεις τους. Τά ποίμνια μεγάλωσαν καί ὀργανώ­θη­καν καλύτερα μέ καλύτερες ἀποδώσεις καί ἡ βαρελοποιΐα ἤκμασε ὅπως δέν εἶχε ἀκμάσει ποτέ καί στό Δημοτικό Σχολεῖο τοῦ χωριοῦ ἕως καί ἑβδο­μήντα (70) μαθητές στή μεγάλη του ἀκμή δοκίμαζαν τά φτερά τους στά γράμματα. Ὅμως παρά τίς μεγάλες προσπάθειες οἱ συνθῆκες διαβίωσης ἦταν ἀκόμη δύσκολες καί ὁ προτροπή τῶν γονέων ἦταν μέ κάθε τρόπο ἡ φυγή τῶν νέων γιά τίς πόλεις μέ ὁποιονδήποτε τρόπο εἴτε μέσα ἀπό τά γράμματα, εἴτε μέσα ἀπό ὁποιαδήποτε δημόσια ἤ ἰδιωτική σταδιοδρομία. Αὐτό εἶχε ὅπως ἀναφέραμε τήν σταδιακή γήρανση τοῦ χωριοῦ μας μέ ὅτι σήμαινε αὐτό γιά τήν παραγωγή καί τήν ἀνάπτυξη. Σήμερα τό χωριό μας ἀγωνίζεται νά σταθεῖ στά πόδια του μέ ὅτι τοῦ ἔχει ἀπομείνει. Ἕνας ἀγώνας ἄνισος καί δύσκολος. Αὐτό πού δίνει μία παράταση ζωῆς δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό τούς ἀπόδημους πιά Μηλιῶτες πού ἐξακολουθοῦν  νά παλεύ­ουν μέ κόπο καί θυσίες νά κρατήσουν τό χωριό μας ὄρθιο καί ζωντανό. Πολλά σπίτια χτίστηκαν τά τελευταῖα χρόνια καί τά πατρικά ἐπισκευάστη­καν καί πολλά κτήματα καλλιεργοῦνται κόντρα στήν ἐγκατάλειψη καί τήν παραίτηση. Ἐλπιδοφόρο μήνυμα εἶναι καί ἡ μή φυγή ἀρκετῶν νέων πού ἀποφάσισαν νά δημιουργήσουν στό χωριό, ἀλλά καί πολλοί πλέον συν­ταξιούχοι πού ὀργανώνουν τήν ζωή τους γιά μεγάλο χρονικό διάστημα πλέον στό χωριό μας. Θέλει ὅμως πολύ ἀγώνα καί πολύ δουλειά νά πε­ραμείνει ζωντανό τό χωριό γιά νά μήν ἔχει τήν κατάληξη ἀπεφκτέων πα­ραδειγμάτων γειτονικῶν χωριῶν μας.

(*) Παναγιωτόπουλος Βας., Πληθυσμός καί οἰκισμοί τῆς Πελοποννήσου 13ος -15ος αἰών. Ἀθήνα 1985.

(**) Διονυσίου Κόκκινου, Ἑλληνική Ἐπανάστασις τόμ. Β΄, σελ. 125, Ἀθήνα 1932.

Ο φίλος μου ο Νίκος του Γεωργίκου

(ΝΙΚΟΣ Δ. ΚΟΤΣΙΡΑΣ)

gewrgikosΟ Οκτώβρης στη Κάπελη έκοβε βόλτες στή Χύμα με τα χέρια στις τσέπες λες και περίμενε με ανυπομονησία να περάσουν οι μέρες του σε τούτη τη σκοπιά. Μερικές φορές τον έβλεπα και στη Στανιδούλα ν’ αγναντεύει τον κάμπο ίσια πέρα μέχρι του Καλιόρι και την Ψω­ριάρα. Ύστερα έβγαζε ένα τσιγάρο «ΕΘΝΟΣ» σχέτο, το κτύπαγε δυ­νατά πάνω στο πακέτο και το άναβε με το τσακμάκι του φυλάγοντας από τον αέρα με την χούφτα του αριστερού του χεριού τη μικρή φλογίτσα. Αρκετές φορές, λέγανε οι άλλοι, ότι τον είχαν δει ν’ ανάβει το καντήλι στον Άϊ Γιώργη και να πίνει νερό στη στέρνα του. Ο Οκτώ­βριος αξύριστος με το μάτι σκληρό και τα μαλλιά του αχτένιστα. Στις τσέπες του είχε πάντα κρυμμένα αγραπίδια, πού έκλεβε από τη μεγάλη μας αγραπιδιά στου Κουντούρη.

Τα δέντρα στη μέσα Κάπελη, γεμάτα βελάνι, μοιάζανε με μεγά­λους αντεστραμμένους πολυελαίους με τα λαμπιόνια τους, κρεμμα­σμένα στο μεγάλο τρούλο του ουρανού. Τα φύλλα τους είχαν αρχί­σει να χρυσώνουνε στο μεγάλο πίνακα του Φθινοπώρου. Σε τούτου το τοπίο τα χαράματα βγαίναμε και εμείς με τα μικρά ή μεγάλα ποί­μνιά μας στο μεγάλο δοξαστικό της φύσης. Τα τσοκάνια, ως κάτοχοι της μεγάλης μουσικής κλίμακας του Σύμπαντος, αφήνανε τις νότες, σαν μικρές ανάσσες, στο πρόσωπό του ορεοπεδίου. Άλλα ποίμνια δεν είχαν καθόλου τσοκάνια ή ήταν βουλωμένα με φτερίνες για τις μικρές κλοπές βοσκής στα «απαγορευμένα» τοπία, δημόσια ή ιδιω­τι­κά.

Εγώ αναθρεμένος σε τούτου το τοπίο αυτόχθονας ως ρίκι και κουμαριά έβγαινα στη μεγάλη αρρένα με το μικρό ποίμνιό μου «α­πολωλός» καί «άσωτος» στα μεγάλη συσίτια της φύσης. Η μεγάλη αφετηρία γινόταν από του Κουντούρη που εκεί γύρω-γύρω «στασία­ζαν» σχεδόν όλα τα ποίμνια και οι ποιμένες στις μεγάλες αναμονές και αναπαύσεις της μάχιμης ημέρας. Μεγάλοι ποιμένες έκαναν την εμφάνισή τους στο οροπέδιο. Ο Βασίλης ο Πίππας, ορμώμενος από τα κονάκια του στην Τρέσα. Ο Χαρλάμης ο Μαρούντας ανέβαινε από τα κονάκια του στις Κρόνιζες μέσα από του Λάκα-Χαρντάμη. Ο Πάνος ο Μπιλάλης με την μεγάλη έδρα του στου Κουντούρη, στου πεθε­ρού του του Γιώργη του Δημακόπουλου. Ο Πάνος ο Λέντζος του Γιωργάκη ανέβαινε κι αυτός από τα κονάκια του κι αυτός από την Τρέσα. Αλλά και μικρότερα ποίμνια σαν το δικό μου, όπως ο μπάρ­μπα Θανάσης ο Λέντζος (Γκουντέτσης), ο Κώστας ο Μπιλάλης (Γκά­βαλος) και βεβαίως και ο μεγάλος ποιμένας Ανδρέας Κοτσιράς (Κου­τσουμπάς) παρά το μικρό, πολύ μικρό ποίμνιό του έκανε την εμφάνι­σή του στον ορίζοντα, μην έχοντας ποτέ μόνιμον τόπον για την «ανα­κωχήν» που είπαμε πρωτύτερα.

Δίπλα ακριβώς από του Κουντούρη, στο δικό μας, ήταν και η μεγάλη έδρα του Νίκου Κοτσιρά (Γεωργίκου) που είχε μάλιστα και καλύβα με ράπη, όπως και εμείς βεβαίως. Ωραίο ποίμνιο με ωραία πρόβατα, όμορφα, περιποιημένα, με καλοφτιαγμένες κουλούρες και μελωδικά τσοκάνια, κουρεμένα όμορφα και υπάκουα στις εντολές του ποιμένος. Γιατί πρέπει  εδώ να σας θυμήσω, ότι όλα τα πρόβατα δεν ήταν τόσο υπάκουα στις εντολές και μερικά μάλιστα, είτε σε μικρές ομάδες, είτε κατά μόνας, έκαναν αρκετές εφόδους και ζημιές στα «απαγορευμένα» τοπία που λέγαμε. Όχι τίποτ’ άλλο για λίγη «χλωρονομή» σε κάποιο ξερικό αραποσίτι ή λίγη μαλακή κουνού­κλα και αγριάδα στα φραγμένα του Δασαρχείου.

Ανυπάκουα πλάσματα στις ωραίες εκείνες παρανομίες της ανάγ­κης. Εκεί λοιπόν γνώρισα τον Νίκο και γίναμε φίλοι. Ένα λιανός, λι­πόσαρκος, νευρικός γερός άντρας με σκληρά χαρακτηριστικά με­τρίου αναστήματος, με λεπτό μουστάκι, και πάντα περιποιημένη εμ­φάνιση. Φορούσε πουκάμισο μακρύ με σηκωμένα τα μανίκια, παν­τε­λόνι, που στην τσέπη του κρεμότανε η αλυσιδίτσα με τον σουγιά, και αρβύλες από πετσί φτιαγμένες στο υποδηματοποιείο του Μήτσου του Βουτσιώτη.

Στην τσέπη του πουκαμίσου του είχε πάντα το πακέτο με τα τσι­γάρα «ΕΘΝΟΣ» σχέτα, και μου έκανε τόση εντύπωση στην αρχή, γιατί και ο Οκτώβριος καπίνιζε τα ίδια ακριβώς εκείνα τσιγάρα. Το μάλλινο τράστο το κρέμαγε στο μεγάλο δέντρο ή μέσα στο καλύβι του από τη μεσαία φούρκα. Ο Νίκος ξύπναγε πολύ νωρίς και ανέβαι­νε από τους πρώτους στο οροπέδιο με τους τσαλαπετεινούς και τους δρυοκο­λάπτες. Άνοιγε νωρίς τη μεγάλη πόρτα της βοσκής μαζί με τον μπάρμπα Βασίλη τον Πίππα και τον Χαρλάμη τον Μαρούντα. Εμείς αργούσαμε λίγο να βγούμε έξω, από την μεγάλη θαλπωρή του Μορφέως.

Μερικές φορές τα μεσημέρια τον έβλεπα να κάθεται ώρες πάνω από το λευκό κούτσουρο και να πελεκάει με το πευκοσκέρπανο ξύλα από δέντρο (δρυ) ή πουρνάρι και να φτιάχνει ωραίες κουλού­ρες για να κρεμάση τα τσοκάνια στα πρόβατα. Πάντα στο κεφάλι του θυμάμαι φόραγε στρατιωτικό καπέλο εργασίας και πανωφόρι είχε ένα στρατιωτικό αμπέχωνο. Εκεί αρχίσαμε και κάναμε παρέα. Μου έδινε τσιγάρο, γιατί κάπνιζα από μικρός, γιατί τότες δεν είχαμε ανα­πτυγμένη αντίληψη και ενημέρωση τι είναι καλό ή κακό για την υγεία, αλλά πιο πολύ για την κοινωνία, τον «κόσμο», όπως έλεγαν στο χωριό. Και αυτό, το κάπνισμα, ήταν μια ρωγμή, ένα όχι, στα άλλα «απαγορευμένα» του κόσμου. Και ο Νίκος ήταν με το μέρος της ρωγμής και όχι του τοίχου του κόσμου. Πιάναμε κουβέντα ώρα πολλή για πολλά πράγματα. Έτσι κι αλλιώς όμως το πάθος του, ήταν ο στρατός και πράγματα δικά μας, του χωριού. Για τα πρόβατα, για τ’ αμπέλια, τα κεντρώματα και τόσα άλλα.

Μοναχικός άνθρωπος, αιρετικός και αυστηρός στα πιστεύω του. Σκληρός σαν πέτρα σε ζητήματα ηθικής και πατρίδας. Δεν ήξερε πολλά γράμματα, αλλά ήταν έξυπνος και είχε ένα μεγάλο προτέρη­μα, που εγώ δεν είχα, άκουγε. Μου μίλαγε με τα καλύτερα λόγια για τον παππούλη μου τον Πάκη, τη γιαγιά μου και τον πατέρα μου. Ό­μως είχε ιδιαίτερη αδυναμία και σχέση και ήταν και «κολέγηδες» με τον θείο μου τον Αντώνη. Μ’ έμαθε πολλά πράγματα ο Νίκος και όταν έρχονταν το μεσημέρι τρώγαμε μαζί. Εγώ δεν είχα, γιατί δεν είχαμε. Λίγα πράγματα είχα μαζί μου. Λίγο ψωμί, λίγο τυρί, άντε και κανένα αυγό καμμιά φορά ή καμμιά ντομάτα. Ο Νίκος είχε τα πάντα.

Απλώναμε «πετσέτα» και βγάζαμε τα πράγματά μας. Θυμάμαι ότι είχε πάντα μαζί του κρεμμύδι το οποίο το έκοβε όμορφα με το σου­γιά του και πάντα άρχιζε να τρώει απ’ αυτό. Μαζί του είχε πάντα μια μισοκαδιάρα κόκκινο καλό κρασί και μου έδινε και έπινα κι εγώ από την ίδια μποτίλια. Από τη γιαγιά μου και το Νίκο απέκτησα αυτή την ευλογία, να πίνω δηλαδή πάντα στο φαγητό μου κρασί. Μου είχε κάνει εντύπωση ότι με άφηνε σχεδόν να τρώγω όλο το κρέας αν έβλεπε ότι εγώ πεινούσα. Ο Νίκος ήταν ολιγαρκής. Του έφτανε λίγο ψωμί και λίγο τυρί με κρεμμύδι.

Ύστερα καπινολογάγαμε ώρα πολλή περπατώντας βαθειά στην Καπέλη, βγάζοντας τ’ απόγευμα πάλι τα ποίμνιά μας για βοσκή. Το βράδυ εγώ θα πήγαινα στην Κουμουριά, στα κονάκια μας, ακριβώς κάτω από τα Κουντούρια και θα στάνιζα το ποίμνιό μου για τη νύχτα καί τρέχοντας θα πήγαινα στο χωριό να βρω τους άλλους συνομιλή­κους φίλους μου.

Ο Νίκος τα στάνιζε στου Κουντούρη και ξεκίναε έτσι αυτή η ιστορία μέχρι το τέλος του Νοεμβρίου γιατί ο κάμπος δεν μπορούσε να θρέψει τόσα ζωντανά τους δύσκολους αυτούς μήνες του Φθινο­πώρου. Μετά θα μεγάλωναν τα γρασίδια, θ’ άρχιζαν να γενούν και τα πρόβατα και θα ξεχειμωνιάζανε στα κάτω κονάκια κοντά στο χω­ριό. Η Καπέλη φυλοβόλα και γυμνή σαν γυναίκα με δεμένο το μαντήλι πίσω στό σβέρκο της θα μάζευε τα δικά της παιδιά γύρω της να βγάλει και τούτο τον χειμώνα.

Με τον Νίκο ξανακάναμε παρέα όταν τελείωσα το Λύκειο και έμεινα για λίγο χρονικό διάστημα στο χωριό. Πιο ώριμος πια κατάλα­βα τα ακριβά στοιχεία του χαρακτήρα του. Εγώ τότε με «θερμό» το αίμα της εφηβείας και της «άρνησης» στις φλέβες μου, ασπάστηκα τις ιδέες του μεγάλου «αντί», σίγουρος πάντα ότι ο κόσμος πρέπει να αλλάξει, με ότι σήμαινε αυτό. Ο Νίκος ήταν απέναντι σ’ αυτά. Σκλη­ρός κι αυτός στην παλαίστρα του. Ποτέ όμως αυτό δεν μπήκε σαν στοιχείου διάλυση της φιλίας μας, με δεχόταν έτσι. Χρόνια δεν μπο­ρούσα να εξηγήσω πως τις περισσότερες φορές συμφωνούσε με μένα. Πάντως έτσι συνεχίσαμε στις ατέλειωτες ύστερα κουβέντες μας στο περίπτερο της θειάς Λαμπίας στο χωριό.

Εκεί πίναμε κονιάκ και καπινίζαμε αρκετή ώρα και λέγαμε κι άλ­λες ιστορίες γι’ άλλα πραγάτμα.

Ο Νίκος τα χρόνια εκείνα του «Οκτωβρίου» είχε πάρει και το πρώτου του τρακτέρ το FERGUSON και ο Οκτώβριος πια είχε φύγει απ’ την Καπέλη κι ακολουθούσε το φρέσκο οργωμένο χώμα πίσω από το τρακτέρι να βρουν μαζί με τα κοράκια και τους σπουργίτες που έψαχναν κανένα σπυρί σιταριού ή βρώμης.

Ο Νίκος όργωνε πια το μισό χωριό, το άλλο μισό ο Αργύρης ο Λέντζος. Το χωριό μας πρώτη φορά είχε δύο τρακτέρια για να εξυ­πηρετηθεί, παλαιότερα αυτό γινόταν μόνο με τρακτέρ από τα άλλα χωριά, όπως του Γιαννακάρα από του Λάλα, του Μπακατσέλου από τη Νεμούτα και του Λόκη του Δημητρόπουλου από τη Ντάρτιζα.

Μου έλεγε ο Νίκος αργότερα ότι αν είχε πάρει στη σειρά μια αυλακιά, με τα στρέμματα που έχει οργώσει, θα είχε φτάσει έως την Αμερική. Χρόνια όργωνε και τα δικά μας χωράφια και θυμάμαι ότι τον εξοφλούσαμε αργά την άνοιξη χωρίς να μας κάνει ποτέ κουβέντα για το χρέος αυτό. Και τις άλλες αναγκαίες μεταφορές για το σπίτι μας, ή ξύλα ήταν αυτά, ή σανός, ή ότι άλλο, με το Νίκο τις κάναμε.

Ο Νίκος ήταν εγρατικός και τίμιος στην εργασία του. Θυμάμαι δούλευε χρόνια στο λιοτριβείο του χωριού, του Χρήστου του Καρα­γιάννη και του Πάνου του Γεωργάκη στην Κάτω Ρούγα. Ήταν η ψυχή του εργαστασίου και συντόνιζε μαζί με το Χρήστο τον Καραγιάννη όλες τις δύσκολες εκείνες εργασίες της αλυσίδας της παραγωγής του ελαιολάδου, από την παραλαβή δηλαδή του καρπού, που με μεγά­λο κόπο συνέλεγαν οι συγχωριανοί μας, από τα λιγοστά τους δέν­τρα, μέχρι να βγει απ’ το διυλιστήριο το «άγιο» υγρό με τα χρυσο­πράσινα μάτια, σαν μικρό νεογέννητο παιδί. Το τζάκι έκαιγε συνέχεια θερμαίνοντας τα νερά του εργοστασίου, δίνοντας απλόχερα και την πύρρα του για το βράσιμο της φασολάδας, που μαγείρευαν οι εργα­ζόμενοι, στις μικρές εκείνες ανάπαυλες της επώδυνης ημέρας.

Εκεί δούλεψα κι εγώ ένα διάστημα και τα ξέρω τούτα καλά τα πράγματα. Μου άρεσε εκείνη η εργασία και πιο πολύ η μυρωδιά του λιωμένου καρπού, κάτω από τις γέρικες μηλόπετρες, που ιδρωμένες χόρευαν αυτό το τραγούδι, με βήματα πάντα μπροστά, χωρίς καμμία ανάσσα, στα πανηγύρια των φτωχών αρτημάτων.

Λένε πως ακόμη τώρα ο Οκτώβριος βγαίνει στην Καπέλη εκεί στη Χύμα και κάνει βόλτες στη δημοσιά με τα χέρια στις τσέπες, με σα­λιωμένο στα χείλη του το σχέτο του τσιγάρο. Δεν τον βλέπουν λέει όλοι, εξόν, από τους ποιμένες που ακόμη επιμένουν στην παραβίαση των κανόνων καί στην κατάργηση των περιφράξεων στα «απαγο­ρευ­μένα» τοπία. Και τους ποιμένες αυτούς τους λένε αλαφροΐσκιωτους κι αλλοπαρμένους από την μεγάλη μοναξιά αυτής της διαδρομής. Σε απόδειξη των λεγομένων τους, αναφέρουν ότι είναι αδύνατον να κα­πινίζει ο Οκτώβριος και να συμπεριφέρεται εν δυνάμει ως αλήτης στις δημοσιές και τις δενδροσκιές της Κάπελης. Δεν ξέρουν βέβαια, οι αφελείς της μεγάλης πραγματικότητος, ότι ο Οκτώβριος εξ αρχής ήτο και αυτός ποιμένας των ωραίων αισθημάτων και της υγρασίας τους, και πως καιρό τώρα έχει κάμει τις επιλογές στις παρέες του και κανείς δεν μπόρεσε να γίνει ακριβότερός του φίλος εξόν από τον Ανδρέα τον Κοτσιρά (Κουτσουμπά) που μοιραζόντουσαν το τσιγάρο και την τελευταία γουλιά από το κρασί του Φόλου στις μικρές εκείνες μποτίλιες με το κότσαλο τ’ αραποσίου, πότε κόκκινου και πότε άσπρου, στις μεγάλες απολήξεις των στομίων. Δεν ήξεραν γιατί ποτέ δεν αφουγκράστηκαν στους ψηλούς κορμούς των δέντρων τη μεγά­λη βουή από τον ερχομό του θείου και από τους τελευταίους εκεί­νους λιθοβολισμούς του Χειμώνος, στα ψηλά δέντρα με το βελάνι και τον αξό με τα μικρά πιπερίτια στους υγρούς ίσκιους τους.

Ύστερα εγώ εκεί στα είκοσι έφυγα από το χωριό. Με το Νίκο συ­ναντιόμαστε πια στις επισκέψεις μου στο χωριό και πάντα στο περί­πτερο της θειάς-Λαμπίας. Είχε κάνει πια μεγάλη οικογένεια, μεγάλο ποίμνιο, είχε αγοράσει μεγάλο τρακτέρ, πάλι FERGUSON, και έβγαινε όλο και λιγώτερο στην «αγορά» από τη μεγάλη κούραση της ημέ­ρας. Τα τσιγάρα που καπίνιζε ήταν πάντα τα ίδια, «ΕΘΝΟΣ» σχέτα. Εγώ είχα κόψει πια το τσιγάρο «υπάκουος» στις μεγάλες συστάσεις των ειδικών και της αυταπάτης για μια καλύτερη ζωή. Εγώ ο κουτός. Τον έβλεπα πια αραιά, συνήθως στον δρόμο με το τρακτέρ και χαιρε­τιόμαστε βιαστικά. Τελευταία φορά τον είδα στο Νοσοκομείο Σωτη­ρία λίγες ημέρες πριν πεθάνει. Ήταν βαριά άρρωστος εκεί. Με είχε ζητήσει ή μάλλον ήταν σίγουρος ότι θα πάω να τον δώ. Κι εγώ πήγα έτσι, απ’ αυτή την ίδια ανάγκη, γιατί συνήθως δεν πάω στα νοσοκο­μεία.

Εάν επιτρέπεται το μικρό εμπόριο στον Κάτω Κόσμο, θα το έχει στήσει το μαγαζάκι η θεια Λαμπία με τα δυο τσίγκινα στρογγυλά τρα­πεζάκια, τον μικρό ξύλινο καναπέ γιαλισμένο από τα λερά ντρίλινα παντελόνια των θαμώνων.

Στη μέση το μαγκάλι με τ’ αναμμένα κάρβουνα σαν μια χούφτα κλαμένα μάτια να πυρώνουνε τα κρύα χέρια των ανθρώπων: Του μπάρμπα Κανέλλου, του θείου μου του Αντώνη, του Κουτσογιώργη, του Μπουρδογιώργη, του Γιώργη του Κορδελά και του Νίκου του Γεωργίκου προσπαθώντας ν’ ανάψουν το τσιγάρο τους με το μικρό καρβουνάκι που κολάει στο τσιγάρο σαν τσιμπούρι. «Έθνος», Κερά­νης, σχέτα. Και πάντα στο κάτω χείλος να κολάει το χαρτί σαν τατού. Αν επιτρέπεται το μικρό εμπόριο στον άλλο κόσμο η θεία Λαμπία θα έχει ανοίξει μαγαζί. Κι ας λένε ότι περνάει μεγάλη κρίση ο κόσμος κάτου. Τους αρκεί ένα κονιάκ κι ένα τσιγάρο για να λένε τις ιστορίες τους από τον πάνω κόσμο. Μόνο που δεν θυμούνται τα ονόματα και τις φυσιογνωμίες από τους απάνω γιατί λένε έχουνε δικά τους, άλλα δεδομένα εκεί κάτου. Α! και ένα άλλο πρόβλημα. Δεν έχει εκεί βε­ρε­σέ λένε και απαγορεύεται και η δηλωτή. Βάλε άλλη μια θεία-Λαμπία κι άνοιξε λίγο την πόρτα, μη κάνει λάθος καμμιά ψυχή και δεν μας βρει εδώ, γιατί κι εμείς θολώσαμε με τόσο πιοτό κι είναι κι η ζέστη απ’ το μαγκάλι.

Ωραία εικονίσματα της ώχρας και της πορφύρας. Ωραία εικονί­σματα των δικών μας αγίων: Κανέλλου, Αντωνίου, Γεωργίου, Γεωρ­γίου και Γεωργίου, Χαραλαμπίας και Νικολάου του Γεωργίκου, του φίλου μου.

Χαίρετε οι ευλαβείς κι οι βλάστημοι.

Χαίρετε οι παροικούντες στην Ιερουσαλήμ και στην Καπέλη.

Χαίρετε. Οι ποιμένες του μεγάλου Ορεοπεδίου με τις λούμπες γε­μάτες κόκκινο θόλο νερό από το μπουχό και τη μεγάλη καρτερία.

Χαίρε Οκτώβριε με τα μακριά αχτένιστα μαλλιά και το τσιγάρο στο στόμα, και τα αγραπίδια ακόμη στις τσέπες σου.

Χαίρε. Η μνήμη η χέουσα στον Άϊ Γιώργη και στη Στανδούλα.

Χαίρετε.

Δ. Κ. ΛΕΝΤΖΟΣ

ΑΘΗΝΑ 2013

Η Πολυπράγμων Δημήτρω ΜΠΙΛΑΛΗ-ΚΟΤΣΙΡΑ (ΚΟΥΡΛΙΑΜΠΩ)

«Όσο σμίγουν οι τριφτιάδες, άλλο τόσο οι συννυφάδες»

«Πάθεις, λάβεις, καρδία μη σε πονέσει»

 

scan-013Μου ‘λεγε , μου ‘λεγε πολλές τέτοιες παροιμίες ο Ανδρέας Κοτσιράς και όταν τον ρωτούσα που τις έμαθε μου απαντούσε «η γιαγιά μου». Η γιαγιά του η Δημήτρω (Κουρλιάμπω). Την πρόλαβα μια μικροκαμωμένη γυναίκα πανέξυπνη και σκληρή. Θα ‘λεγα ότι δεν έτρεφα και τα καλύτερα αισθήματα για το άτομό της. Στο Πελόπιο που πηγαίναμε σχολείο η θεία Δημήτρω είχε κατεβεί με τα εγγόνια της Πάνο και Ανδρέα και τους περιποιείτο και τότε ήτο μεγάλης ηλικίας. Ήτο κέρβερος δεν μπορέσαμε ποτέ να πλησιάσουμε καν το σπίτι όχι να το επισκεφθούμε. Εγώ βέβαια της χρωστούσα και μιαν άλλη δυσαρέσκεια , διότι όταν με «είχε βγάλει» από τη μάνα μου , ως μαία που ήτο ,μου είχε πιέσει το αριστερό μάτι με αποτέλεσμα να έχω μειωμένη όραση απ’ αυτό. Έτσι το έβλεπα τότε. Εγώ στα Κοτσιρέϊκα δεν πήγαινα είχα αλλού «προαυλισμό» στη μικρή «περαρουγίτσα» και αυτό δεν το άλλαζα με τίποτα. Τα Κοτσιρέϊκα είχαν τότε όπως και τώρα μια αμφιθεατρική όψη με την μικρή αυλή περιτριγυρισμένη από τα σπίτια των Κοτσιρέων. Σε αύτη εδώ  λοιπόν τη σκηνή  «πρωταγωνίστησε» η θειά Δημήτρω στους αλλόκοτους αυτούς «ρόλους» της. Η θειά Δημήτρω γεννήθηκε το 1888 και απεβίωσε το 1981. Ητο θυγατέρα του Γιώργη του Μπιλάλη του Δημητρίου ( Κουζούλη). Παντρεύτηκε τον Παναγιώτη Κοτσιρά (Μπάζα) και απέκτησε έξι παιδία : τον Θανάση ,τον Γιώρη , την Ελένη , τον Δημητράκη , τον Χρήστο και την Χρυσούλα. Ο άνδρας της Παναγιώτης όταν έκανε τα δύο πρώτα παιδία έφυγε για την Αμερική και πίσω «αρχηγός» της οικογένειας έμεινε η θειά  Δημήτρω. Τότε με τα «τσέκ» που έστελνε ο άνδρας της από την Αμερική άνοιξε και το πρώτο της παντοπωλείο στο ισόγειο στο σπίτι του Λιάκου του Πίππα. Η κακή διαχείριση όμως έφερε την χρεωκοπία. Διότι τους μεν προμηθευτές τους πλήρωνε μετρητοίς , οι δε πωλήσεις όμως ήτο βερεσέ με αποτέλεσμα τις κακοπληρωμές και τελικά την πτώχευση. Ο μπάρμπα Παναγιώτης ήρθε πίσω στο χωριό το 1917 κάθισε μερικούς χρόνους αλλά τα οικονομικά δεν πήγαιναν καλά. Τελείωσαν τα δολάρια , στο χωριό συνήθως τα βάτα και οι ασφάκες τότε δεν έβγαζαν χρήματα και έτσι αναγκάστηκε να ξαναξενιτευτεί για δεύτερη φορά. Και έτσι η θειά η Δημήτρω δοκίμασε πάλι την τύχη της στις επιχειρήσεις με το ίδιο αντικείμενο σε ποιο κεντρικό κατάστημα στο σπίτι του Χαραλάμπη του Λέντζου δυστυχώς με τα ίδια και πάλι αποτελέσματα την πτώχευση για δευτέραν φοράν. Ευτυχώς με κάποια χρήματα που έμειναν από την δοκιμασία των επιχειρήσεων τα διέθεσε για την αγορά κτήματος δίπλα στο προικιό της στο Νταρντιζέικο με σκοπό να το αυξήσει περίπου στα 60 στρέμματα. Η θειά Δημήτρω ήταν άνθρωπος της αγοράς δεν έκανε και δεν ήθελε τις αγροτικές εργασίες ,  χαρακτηριστικό παράδειγμα μια φορά ξεκίνησε να πάει για όργωμα με τον άντρα της στου Λαδικού και φτάνοντας στον Άγιο Δημήτριο «έκανε» την «εμπύρετη»  με υψηλό πυρετό «καίγομαι , Πάνο μου του είπε» και γύρισε πίσω. Η θειά Δημήτρω ήταν άνθρωπος της αγοράς , άνθρωπος του χωριού , ζωντανός άνθρωπος και επικοινωνιακός. Με την γειτόνισσα της την θειά την Τασιά (Κουτσογιαννιά) τσακωνόταν όλα τα χρόνια για τα πάντα αφού εξήντλησαν όλες τις περιπτώσεις για τσάκωμα , σπίτια , ρέχτες , ρονιές , αυλές , φράχτες , σωματικά χαρακτηριστικά, καταγωγές και σόγια κ.λ.π. ασχολήθηκαν μέχρι και με τις πέτρες. Όταν μάζευαν στην ανέμη το στημόνι για τον αργαλειό βρυζόντουσαν όλη την ημέρα. Όταν πήγαιναν στα σπίτια τους που ήταν το ένα απέναντι στο άλλο, άνοιγαν το παραθύρι και κρέμαγαν η μια το μαύρο τηγάνι και η άλλη το μαύρο τσουκάλι. Λένε ότι και στον άλλο κόσμο θα τσακώνονται στις μεγάλες τελετές στον παράδεισο γιατί έτσι λένε ότι και στον άλλον κόσμο μαζεύουν στημόνι στην ανέμη. Η  μεγάλη προσφορά όμως της θειάς Δημήτρως στο χωριό , μετά ακριβώς τις επιχειρήσεις , ήτο η μαιευτική. Μαθήτευσε και πήρε το «πτυχίο» της στην μεγάλη μαία του χωριού Παναγιώτα Μπράμου-Λέντζου ( Τσαρμπίνα ) συζύγου του Ιωάννη Αντωνίου Λέντζου ( Τσαρμπού ). Μαζί με την μαιευτική εκπαίδευση η θειά Παναγιώτα της μετεφύτεψε και την αυστηρότητά της μέχρι παρεξηγήσεως μοίαζανε σαν δίδυμες αδερφές στην συμπεριφορά τους. Αυτές οι δυο ξεγέννησαν όλες τις γυναίκες του χωριού και όλους εμάς , τους οφείλουμε μια μεγάλη ευγνωμοσύνη , και εμένα , όπως σας είπα στην αρχή η θειά Δημήτρω με έβγαλε στον κόσμο. Με «έπιασε» όπως έλεγε. Η αυστηρότητα της θειάς Δημήτρως ήτο παροιμιώδης. Η διοίκηση στο σπίτι ήτο μητριαρχική , όλα τα παιδιά της την έλεγαν μέχρι το θάνατο της, μητέρα. Και όταν η μοίρα αποφάσισε να ζήσει μαζί με την νύφη της Γαρυφαλλιά Λέντζου θυγατέρα του μπάρμπα Αντρίκου του Λέντζου. Η προειδοποίησις ήτο σαφής : «Γεροπούλα ( γεραίους λέγανε το σόι της θειάς Γαρυφαλλιάς ) σε πήραμε για να μας τιμήσεις». Όσο υπήρχε η θειά  Δημήτρω στο σπίτι τα πράγματα ελέγχονταν όλα απ’ αυτήν , όλα. Όταν την δεκαετία του 1960 ο γιός της Γιώργης (Κακούρης)  έχτισε καινούργιο σπίτι στην πάνω ρούγα σε οικόπεδο του Αντρίκου του Λέντζου (πατέρα της νύφης της Γαρυφαλλιάς) τα πράγματα έφτασαν στα άκρα. Δεν δέχτηκε ποτέ αυτή την «ξενιτιά» μακριά από την ψυχή της. Που να αφήσει τους γείτονες της με τις ωραίες εκείνες «επικοινωνίες» των ανθρώπων; Πώς να ζήσει η ίδια στο γήπεδο της «Γεροπούλας»; Πως να αφήσει τη μικρή σκηνή της στα Κοτσιρεϊκα με την θειά Γιαννιά, την Αντριόνυφη την Κουτσουμπού, την Νικολέτα του Δήμου του Κοτσιρά και τη Θοδωρού  στους ωραίους εκείνους ρόλους τους, στην παληά γειτονιά της. Και για τον λόγο αυτό και για χίλιους άλλους που μόνο οι ψυχές των ανθρώπων ξέρουν κατέβαινε από τα χαράματα μέχρι το σούρουπο στην γειτονία της. Έτσι περνούσαν τα χρόνια από τα Κοτσιρέικα στα Λεντζέικα και όταν μια μέρα ο γιός της ο Γιώργης το 1968 κατασκεύαζε ένα ξύλινο σκαρί για το χαγιάτι στο πίσω μέρος του σπιτιού στα Γερέικα, η θειά Δημήτρω που δεν είχε δεχτεί ποτέ αυτή την μετανάστευση , φεύγοντας για το χωράφι ο γιός της με την νύφη της πήρε το τσεκούρι και προσπάθησε να γκρεμίσει το χαγιάτι κόβοντας τα υποστυλώματα (κολώνες) χωρίς όμως να το καταλάβει και πριν προλάβει να φύγει το χαγιάτι έπεσε με αποτέλεσμα να την τραυματίσει βαριά και να σπάσει την λεκάνη της , μένοντας για χρόνια κατάκοιτη. Και όταν μπήκε το ζήτημα στην οικογένεια να κατέβει στο ισόγειο να μείνει για να διευκολυνθούν και αυτή και οι άλλοι , να μην ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες κ.λ.π. αυτή απάντησε ότι : «Η Κουρλιάμπω δεν μένει στα κατώγεια» και έμεινε μέχρι που πέθανε στο ανώγειο, ως αρχηγός που ήτο και μέχρι τα τελευταία της έκανε το κουμάντο της. Το μόνο που την έθλιβε ήταν ότι πια δεν μπορούσε να κατεβαίνει στα αγαπημένα της Κοτσιρέικα για τις μεγάλες εκείνες παραστάσεις της.

«Μην τηράς την αρίδα της την στραβή, τήρα την τύχη της την ίσια»

Γι’ αυτούς που έφευγαν για την πόλη, για τα ξένα :

«Το μη σε μέλει μη ρωτάς

Από καινούργιο δρόμο να μην πας

Και κράτα το θυμό σου για την άλλη μέρα».

Οι ωραίες εκείνες παροιμίες μιας δυνατής σκληρής γυναίκας, σε μια σκληρή και δύσκολη εποχή

Δημήτρης Λέντζος

  • Τα όρια του χωριού

Τα όρια του χωριού

Το χωριό μας βρίσκεται στην ημιορεινή περιοχή της Ηλείας, κάτω από το δάσος Κάπελη (Φολόη) 15 περίπου χιλιόμετρα από την Αρχαία Ολυμπία προς το βορειοανατολικό μέρος αυτής.

Συνορεύει ανατολικά με το χωριό Αχλαδινή παλαιά Ντάρτιζα, δυτικά με το χωριό Νεράιδα παλαιά Καλολετσή, βόρεια με το χωριό Πέρσαινα (Μποντίνι) βορειοανατολικά με τα χωριά Φολόη παλιά Γιάρμενα και το Κούμανη, νότια με το χωριό Δούκα, και νοτιοανατολικά με το χωριό Λάλα.

Τα διοικητικά μας όρια αναγράφονται βέβαια στα βιβλία της κοινότητας που τώρα βρίσκονται στο Δήμο Αρχαίας Ολυμπίας, αλλά με οσα θυμάμαι θα αναφέρω τοποθεσίες για όποιον θέλει να σχηματίσει μια εικόνα για το που περίπου βρίσκονται το όρια του χωριού μας με τα γύρω χωριά.

Να αρχίσουμε από την περιοχή της Αύρας που είναι στο δυτικό μέρος του χωριού και μας χωρίζει από το γειτονικό χωριό της Νεράιδας. Το όριο ακριβώς είναι στο μύλο του Ψαρού και συγκεκριμένα λίγο πιο κάτω στα πενήντα μέτρα που κατεβαίνει το ρέμα της κοιτιόνας, τοποθεσία πηγή Κεραμίδα, (αυτή την πηγή χρησιμοποιούσαμε για ύδρευση πριν τη γεώτρηση της ρούσιας).

Από αυτό το σημείο ακολουθούμε νότια το ρέμα της κοιτιόνας, μέχρι του σημείου που χωρίζουν τα χωράφια της περιφέρειας Καλιόρι με τα χωράφια κατοίκων του χωριού Λάσδικα. Εκεί γυρίζουμε ανατολικά, ανεβαίνουμε στο Καλιόρι και κατεβαίνουμε στη ρεματιά που λέγεται Τριλάγγαδο. Ακολουθούμε το ρέμα Στράτη στη συνέχεια ρέμα Μποκρίλα και βγαίνουμε στη Ρούσια.

Μετά περνάμε κάθετα το δρόμο Μηλιές-Δούκα και ακολουθούμε τη Λάκα Ζαχαριά. Περνάμε το δρόμο κάθετα που βγαίνει στον Άη-Νικόλα του Δούκα και ακολουθούμε τη Λάκα Κανελή. Στον πρώτο σταυρό της Λάκας μπαίνουμε λάκα αριστερά που βγαίνει στου Λιμισινάνι θέση Ερμιόνης. Ακολουθούμε τον κεντρικό δρόμο της ασφάλτου που πάει Μηλιές Λάλα μέχρι τη διασταύρωση της  Γράνας.

Ακολουθούμε το δρόμο προς Λιούτσα μέχρι τη διασταύρωση του  αγροτικού δρόμου προς Σινεπρέμι. Ακολουθούμε το δρόμο προς τα πάνω και όταν φτάσουμε στα χωράφια μεταξύ Γ. Λέντζου και Δ. Καραγιάννη περνάμε απέναντι προς τη Ρουγκάλια και ακολουθούμε το ρέμα Λαδικού.

Αυτό το ρέμα χωρίζει του Αραμπόσι περιφέρεια Μηλεών και την ραχη Κολοβου περιφέρεια Αχλαδινής. Στη συνέχεια βγαίνει στην Κάπελη περίπου στο χωράφι του Γιώργη Πίππα (Μπαμπίνου), εκεί είναι και ο δρόμος που έρχεται από Μποντίνη για Πύργο.

Εκεί είναι δε και το τέλος της Κάπελης, γιατί από εκεί και πάνω αρχίζουν τα χωράφια της περιοχής «Γκρόπα», περιφέρειας Αχλαδινής.

Ας πάρουμε τώρα αρχίζοντας πάλι από την Κεραμίδα στην Αυρα  προς το βόρειο μέρος. Τα παλιά όρια ανέβαιναν στη λάκα της Ψωριάρας και έβγαιναν στου Διαμαντή τα χωράφια, έπεφταν εκεί που βρίσκεται τώρα το χωριό Μποντίνι και έπαιρνε μετά σε ευθεία γραμμή Λεμένιζες Κουβέλιζες μέχρι Λαζιγγλιάτι λάκα Ντρούκα.

Τότε όμως τα χωράφια της περιοχής αυτής ήταν Μηλιώτικα, τώρα όμως τα αγόρασαν Περσαινέοι και ζήτησαν αναθεώρηση, στην οποία ήμουν και εγώ επί προεδρίας Χρήστου Καραγιάννη.

Τα νέα όρια λοιπόν είναι τα εξής: Ακολουθώντας το δρόμο Νεράιδα-Μηλιές από τη θέση Κεραμίδα φθάνουμε στο σημείο Μπαρουτόμυλος που φτιάχναμε παλιά σαν παιδιά κολυμπήθρα.

Πάνω στην πλαγιά προς το βόρειο μέρος είχε περιβολάκι ο γέρο Κώστας Δουλής, που σ΄ αυτό το σημείο πνίγηκε από ξερολάγγαδο που κατέβασε βρόχινο νερό μετά από καταιγίδα. Το περιστατικό έγινε τα παλιά χρόνια γύρω στα 1900, αλλά δεν είναι της παρούσης στιγμής.

Εκεί λοιπόν πάνω απ΄τα περιβολάκια ξεκινάει το ρέμα Λακαθέλα που βγαίνει στο πάνω μέρος του ισιώματος Αργύρη περιφέρειας Μηλεών και ανήκει σε οικογένειες Αριστείδη, Χρήστου και Γεωργίου Κοτσιρά.

Ακολουθώντας την πλαγιά ανατολικά του Αργύρη μπαίνουμε στο ρέμα Γκουσέτη που μας βγάζει στη λάκα του Ζάρκου, στο κάτω μέρος Γαλατετσιάση. Απέναντι από αυτό το σημείο ήταν οι παράγγες του Δούμα, σημερινό σταυροδρόμι δρόμου Μποντίνη – Τελάλη και νεκροταφείο ¨Μποντίνη¨.

Ακολουθώντας το δρόμο Μποντίνη-Τελάλη φθάνουμε στο σημείο βαρέλια Ξυνού Γκουσέτι. Εκεί μπαίνει αγροτικός δρόμος αριστερά προς Λακαλή, περνάμε κάθετα το δρόμο Στανιντούλα – Λεμένιζες, πέφτουμε στη Λάκα Γκαβέτσου, προχωράμε στη λάκα προς τα πάνω, μπαίνουμε αριστερά που το λέμε στο νερό του Νικολάκη (ήταν μια επιφανειακή λούμπα με νερό που κράταγε σχεδόν ως τους πρώτους μήνες του καλοκαιριού).

Προχωρώντας συναντάμε τον αγροτικό δρόμο Στανιντούλα-Γιάρμενα, ακολουθούμε το δρόμο, περνάμε τις τοποθεσίες Μισοράχη, Φλεβέσια, Λακα – Γερούσι, Τσιοτιμάκι, Τσιοτίμη, μέχρι ράχη Στόκου στο χωράφι του Γιάννη Τσαπάρα.

Σ΄ αυτόν το δρόμο προς το δυτικό μέρος είναι τα όρια με το Μποντίνη προς το ανατολικό όριο των Μηλεών.

Τώρα από εκεί και προς τα πάνω περιοχές όπως Μπαλάτσι, Κουμάσια, Λακακερσί, Λακαμπότι, Λιμπέρι και προς τα πάνω μέχρι του Ρουστάμι πρέπει να έχουμε όρια με Γιαρμεναίους και Κουμαναίους. Μπορεί να τα θυμούνται οι παλαιότεροι ή αν είναι γραμμένα στα χαρτιά της κοινότητας.

Κατά μαρτυρίες παλαιοτέρων σ΄αυτό το σημείο δεν υπάρχουν όρια.

Ανάστος Λέντζος