Author: Μηλιές χρήστη

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ

Σχεδόν τριάντα χρόνια ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ,
τον χαμογελαστό γείτονα, τον πατριώτη το φιλότιμο παιδί …..!
Ένα τραγούδι του ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΕΝΤΖΟΥ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΤΟ 2010.
ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΝΤΑΛΑΡΑΡΑ ΣΕ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΤΕΡΖΗ.
Το τραγούδι είναι το ΑΠΟ ΤΟ ΑΛΛΟ ΣΤΟ ΑΛΛΟΥ.
ζεις για πάντα στη θύμησή μας.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΤΕΛΗΣ

… Ήταν Γενάρης, όταν βρεθήκαμε στο χωριο. Είχα έρθει σε άδεια, φαντάρος τότε! Σάββατο και ο καιρός, έτοιμος για βροχή … για δουλειά πάντως δεν ήταν.

– » Ψαριιιι » μου φώναξες και ήρθες και με αγκάλιασες. Για δουλεια δεν ειναι, ΜΟΥ   είπες γελώντας , πάμε για καμια τσίχλα να περπατήσουμε.

Άλλο που δεν ηθελα εγώ .Από την παλιοβρεστα σπαροριγνωντας φτάσαμε στις Ρίζες, όταν μαύρισε ο ουρανός και άρχισε βροχή …

τρέχα από δω και από εκεί, μπήκαμε στη καλύβα του Μπάρμπα Σεββου, είχαμε γίνει παπί, λούτσα μέχρι το κόκαλο!

Ενα νευρικό γέλιο και Από τους δυο μας (δεν ήταν λίγο αυτό που πάθαμε).

Είπαμε πολλά, άλλωστε αν αρχίζαμε δεν σταματάγαμε ποτέ, όλο κάτι βρισκότανε ….!

-Δεν Έχουμε άμυαλο ρεεεεεεεεε μου είπες, θα πουντιάσουνε! Πέντε τσίχλες και γίναμε ΛΟΥΤΣΑ (ΚΑΙ ξαναγελασες) .

οταν σταμάτησε, η βροχή πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το χωριό , στη διαδρομή τα πουλιά τα κάναμε 10, τα μοιραστήκαμε.
Άντε πιος ακούει τώρα τη Γιώτα και τη Σοφία , είπες γελοντας .

Ηταν η τελευταία φορά που βρεθήκαμε οι δυο μας ……..!

Ο γκεσούλης

Γκεσούλης λέγουνταν εκείνο το λαμπρό σκυλί!

Τ’ όνομα του Γκεσούλη έχουν όλα τα σκυλιά που ‘ναι στο κορμί μαύρα και άσπρα στο λαιμό και στην κοιλιά. Αυτό το είδος του χρωματισμού των σκυλιών έχει λευκώματα και στα ποδάρια, πότε στα τέσσερα και πότε σε λιγότερα, και κάτι καστανές γραμμές κάτω από τα μάτια. Τώρα γιατί τα σκυλιά πόχουν αυτόν τον χρωματισμό λέγουνται Γκεσούληδες, δεν μπορώ να σας το ειπώ, γιατί είναι ξένο προς το θέμα μας, κι έρχουμαι στο Γκεσούλη μου.

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ τώρα έγινε στην Ήπειρο, και λέγω ιστορία, γιατί το διήγημα μου είναι αληθινό, κι ούτε πολλά χρόνια είναι πόγινε το πράμα.

Ο Γκεσούλης, μικρό κουταβάκι, πριν ανοίξει ακόμα τα μάτια του, είχε ριχτεί στο φάραγγα, είδος Καιάδα του χωριού, μ’ άλλα έξι εφτά ομογέννητα αδερφάκια του, γιατί ο αφέντης της μάνας του, θέλοντας να δοκιμάσει την αξία όλων των κουταβιών που ‘χε γεννήσει η σκύλα του εκείνες τες μέρες, τα ‘βαλε όλα απάνω σ’ ένα λυκοτόμαρο και μόνο δυο κουτάβια, που απ’ όλα συνταράχτηκαν και σήκωσαν τη μύτη τους κι έβγαλαν ένα μικρό γουρλητό, αυτά κράτησε, για να βυζαίνουν το γάλα της σκυλομάνας, γιατί αυτά τα κουτάβια θα γίνονταν καλύτερα και φοβερότερα κι ως μαντρόσκυλα κι ως αυλόσκυλα και τ’ άλλα τα πέταξε στο φάραγγα κρυφά από τη μάνα τους, που τ’ αγαπούσε η καημένη όλα ίσια, κι είχε για το καθένα ξεχωριστό βυζί στην κοιλιά της.

Όταν πέταξαν τα κουτάβια στο φαράγγι, ο Γκεσούλης φαίνεται δεν είχε πάθει τίποτες από το πέταγμα κάτω στον φοβερό γκρεμό, και κατόρθωσε να ζήσει ένα ολάκαιρο μερονύχτι μέσα στο φάραγγα, όταν ένας κυνηγός, ο Λέντζος, κυνηγώντας αγρίμια, πέρασε από το μέρος εκείνο, που βρισκόταν ριγμένα τα κουτάβια, που μόνον ο Γκεσούλης μας ήτανε ζωντανός ακόμα και γουρλιόνταν το καημένο το ζώο από την πείνα κι από το κρύο, και, βλέποντάς το να παραδέρνει έτσι μόνο του μέσα στην ερημιά, το λυπήθηκε και το ‘μασε από καταγής και το ‘βαλε μέσα στο κυνηγοσάκουλό του. Ύστερα από λίγη ώρα, βρέθηκε σ’ ένα μαντρί κοντά, που ‘χε γαλάρια γιδοπρόβατα. Εκεί ζήτησε λίγο γάλα, κι ο πιστικός άρμεξε όλο το βυζί μιανής γίδας στο στόμα του κατανήστικου κουταβιού. Άμα το γάλα μπήκε στην κοιλούλα του, το κουτάβι άνοιξε για πρώτη φορά τα μάτια, και κοίταξε κατάματα τον κυνηγό, κι έκανε σα να ‘θελε κάτι να του ειπεί, αλλά τι να του έλεγε ένα τέτοιο άλογο ζώο;

Να μην τα πολυλογούμε, σε τρεις τέσσερους μήνες απανωθιό, εκείνο το κουταβάκι είχε γίνει ένα ωραίο κι έξυπνο σκυλάκι, που ήταν ο μεγαλύτερος φύλακας του σπιτιού.

Στο σπίτι του κυνηγού ήταν πολλοί άντρες, γυναίκες και παιδιά, αλλά το Γκεσουλάκι, αν κι αγαπούσε όλη τη φαμίλια κι όλο το σπίτι, κι όλα τα ζώα του σπιτιού, ως και τες κότες ακόμα, γιατί μια μέρα ρίχτηκε να ξεσκίσει ένα γειτονικόν πετεινό, που κυνηγούσε ένα πετεινάρι του σπιτιού, και πρόφτασε να του βγάλει μόνο την ουρά, αγαπούσε όμως πλειότερο απ’ όλους κι απ’ όλα τον κυνηγό. Όταν έμπαινε ο κυνηγός μέσα στο σπίτι, το Γκεσουλάκι χοροπηδούσε από τη χαρά του και ρίχνονταν ως απάνω, σαν να ‘χε φτερά. Τέλος από Γκεσουλάκι έγινε ένας φοβερός Γκεσούλης και, λέγοντας «Γκεσούλης» μέσα στο χωριό, εννοούσαν αυτόν.

Σ’ αυτό απάνω ο ευεργέτης του Γκεσούλη, ο πολυαγαπημένος του απ’ όλο το σπίτι, αφήνοντας το ντουφέκι του κυνηγιού, ξεκινούσε ένα πρωί για την ξενιτιά. Όλο το σπίτι κι όλο το χωριό τον συμπροβόδησαν ως το σύνορό τους, κι εκεί, κάτω από ένα μεγάλο πολύκλαδο και φουντωτό πουρνάρι, γένονταν ο πολύπικρος ξεχωρισμός! Τι δάκρυα, τι σιγοκλάματα, τι αναστεναγμοί, από τη γριά μάνα του, από τ’ αδερφοξάδερφά του, κι από τη γυναίκα του και τι λύπη και τι κατήφεια απ’ όλους τους χωριανούς! Το ύστερο σταυρωτό φίλημα και σφιχταγκάλιασμα ήταν της πικραμένης της μάνας του, και το ύστερο κατευόδιασμα της πανώριας και περίκαλλης γυναίκας του.

Η ξενιτεμένη συνοδεία τράβηξε και χώθηκε πίσω από ένα σκαπέτημα, και σπιτιακοί, συγγενήδες, γειτόνοι, φίλοι και λοιποί χωριανοί γύρισαν προς το χωριό… Αλλά λίγο έλειψε να λησμονήσομε τον καημένο τον Γκεσούλη! —ένα σκυλί…

Ο Γκεσούλης στάθηκε στο πουρνάρι, καθισμένος στα δυο του πισινά ποδάρια κι έβαλε μάτι για το δρόμο της ξενιτεμένης συνοδείας, ενώ κάποτε γύριζε και κοίταζε και τους άλλους, που γύριζαν στο χωριό.

Σε λίγο, που κρύφτηκαν κι αυτοί πίσω από μια ραχούλα, ο Γκεσούλης άρχισε να γυρίζει γλήγορα γλήγορα το κεφάλι του, πότε προς το δρόμο που είχε πάρει ο ξενιτεμένος, και πότε προς το δρόμο του χωριού, σαν πετροπέρδικα που φοβάται να μην τη σκιώσει το γεράκι. Τέλος έκανε τίναγμα ξαφνικό και ρούπησε κατά το δρόμο του ξενιτεμένου!

Πέρασαν τέσσερα χρόνια ολάκαιρα από τότε. Ο ξενιτεμένος, αφού έκανε γερό πουγγί στην Αθήνα, ως ψωμάς, ξεκίνησε για την πολυπόθητη πατρίδα, μαζί με τον αγαπημένο του τον Γκεσούλη. Στο ξεκίνημα του είχε κολλήσει κι ένας χωριανός του, που η τύχη δεν τον είχε χαϊδέψει καθόλου από τη μεγάλη του ακαματιά. Αυτός ο χωριανός του λέγονταν Φετάνης και γνώριζε πόσο παχύ ήταν το πουγγί του Λέντζου. Φτάσανε μαζί στην Άρτα. Εκεί ο Λέντζος είδε ένα όμορφο μουλάρι και το αγόρασε για το σπίτι, και την άλλη ημέρα πρωί πρωί ξεκινήσανε για τα Γιάννενα: ο Λέντζος καβάλα κι ο Φετάνης με τον Γκεσούλη πεζοί. Ο δρόμος από την Άρτα ως τα Γιάννινα είναι μια ολάκαιρη μέρα αλλά, για να φτάσει κανείς σε μα μέρα από την Άρτα στα Γιάννινα, πρέπει να ξεκινήσει πρωί και να μη χασομερήσει στο δρόμο. Το χωριό των ξενιτεμένων ήταν άλλες έξι ώρες πέρα από τα Γιάννινα.

Ο Φετάνης στο δρόμο αρρώστησε από πονόκοιλο και πήγαινε «στάσου εδώ» και «στάσου εκεί». Ο Λέντζος, κι επειδή τον λυπήθηκε κι επειδή ήθελε να φτάσει το βράδυ στα Γιάννινα, κατέβηκε από το μουλάρι κι έβαλε τον Φετάνη καβάλα, αλλ’ ο Φετάνης κοντοβαστούσε το μουλάρι, λέγοντας ότι το γοργοπερπάτημα του μουλαριού τού μεγάλωνε τον πόνο. Να μην τα πολυλογούμε, όταν ο ήλιος κοντοβασίλευε, η συντροφιά βρίκονταν τρεις ώρες μακριά από τα Γιάννινα. Ήταν Αύγουστος μήνας και το νυχτοπερπάτημα πλειο ευχάριστο.

Από λίγο λίγο ο ήλιος κατέβαινε φλογερός πίσω από το βουνό του Μακρυαλέξη, σέρνοντας πίσω του ολάκαιρη χρυσή ουράνια λίμνη. Λίγο λίγο πάλι εκείνη η χρυσή λίμνη έγινε χάλκινη κι η χάλκινη μολυβένια, τ’ αστέρια άρχισαν ν’ ανάβουν ένα ένα στον ουρανό, κι η νύχτα αγκάλιασε τον κόσμο στα καταμέλανα φτερά της. Τότε ο Φετάνης γυρίζει και λέγει του Λέντζου, που έρχονταν από πίσω τραγουδώντας:

—Έλα να καβαλικέψεις, εσύ, γιατί μ’ άφησ’ ο πόνος. Σταμάτησε το μουλάρι, ξεκαβαλίκεψε και καβαλίκεψε ο Λέντζος. Ξακολούθησαν έτσι ως μια ώρα δρόμο, όταν έφτασαν σε μια ράχη, οπούθε φαίνονταν τα Γιάννινα μέσα στη σκοτεινιά της νύχτας, με τα πολλά τους φώσια, σαν απέραντο πάπλωμα, κεντημένο με χρυσά αστέρια. Σ’ αυτή τη μεριά ο Φετάνης λέγει του Λέντζου:

—Έχ’ς ένα τσιγάρο;

Ο Λέντζος σταμάτησε το μουλάρι κι έβγαλε ένα τσιγάρο, κι ενώ άπλωνε να το δώσει του Φετάνη, αυτός αντί να πάρει το τσιγάρο, του δίνει μια βαθιά μαχαιριά στα πλευρά!

—Άπιστο σκυλί, μ’ έφαγες!

Πρόφτασε μόνο να ειπεί ο Λέντζος κι έπεσε καταγής νεκρός. Ο Γκεσούλης έτρεξε στην απελπισμένη φωνή τ’ αφέντη του και, τη στιγμή που ο φονιάς άπλωνε το άτιμο χέρι του να βρει τη γεμάτη σακούλα, το στόμα του πιστού σκυλιού του τ’ άρπαξε. Σκυλί και φονιάς πάλευαν ο ένας με το φονικό μαχαίρι κι ο άλλος με τα δόντια. Ώρες βάσταξε το πάλαιμα, κι ο φονιάς, βλέποντας ότι δε μπορούσε να βάλει χέρι στο άψυχο κορμί και ν’ αρπάξει τους κόπους και τους ίδρους τεσσάρων χρόνων, αναγκάστηκε ν’ απομακρυνθεί και να φύγει. Εννοείται ότι, αν ο φονιάς είχε ένα πιστόλι, θα ξαπλώνονταν κι ο Γκεσούλης νεκρός στο πλάγι τ’ αφέντη του. Αλλά οι δολοφόνοι δεν αγαπούν τα βροντερά όπλα και πάντα προτιμούν το βουβό μαχαίρι.

Φεύγοντας ο φονιάς, ο πιστός Γκεσούλης ζύγωσε το νεκρό, στρώθηκε καταγής και, βάζοντας το κεφάλι του ανάμεσα στα μπροστινά του τα πόδια, άρχισε το λυπητερό γουρλητό ως το πρωί, κλαίγοντας τον πολυαγαπημένο του, τον αφέντη κι ευεργέτη του.

Εκείνο το πρωί μια συνοδεία χριστιανών από τα πλησιόχωρα, άντρες και γυναίκες, άλλοι καβάλα κι άλλοι πεζοί, πηγαίνοντας για τα Γιάννινα, έπεσαν απάνω στο σκοτωμένο. Ιδώντας αυτό το φοβερό δράμα, αποφάσισαν να φορτώσουν τον νεκρό στο μουλάρι του, που βοσκούσε ξέγνοιαστο εκεί κοντά και να τον παν στη Μητρόπολη. Ο Γκεσούλης δεν έκανε καμιάν αντίσταση κι ακολούθησε τη νεκροπομπή με το κεφάλι κάτω και την ουρά στα σκέλια, βαδίζοντας στο πλάγι του μουλαριού, που ‘χε φορτωμένο τον αφέντη του.

Στη Μητρόπολη, όπου ξεφόρτωσαν τον νεκρό κι όπου παραβρέθηκαν κι αντιπρόσωποι της Αρχής, έγινε σωματική έρευνα και βρέθηκαν απάνω του διακόσιες τόσες λίρες κι ένα γράμμα της γυναίκας του, κι απ’ αυτό το γράμμα γνωρίστηκε ποιος ήταν ο σκοτωμένος κι από ποιο χωριό κατάγονταν.

Αμέσως ειδοποιήθηκαν τ’ αδέρφια του κι η μαυρισμένη η γυναίκα του, κι ήρθαν και πήραν το άψυχο κουφάρι του, με τα χρήματα, το μουλάρι, το φόρτωμα και τον πιστό το Γκεσούλη και πήγανε στο χωριό να του κάνουν το ξόδι.

 

Δυο τρεις μέρες υστερότερα παρουσιάστηκε στο χωριό κι ο Φετάνης κι έκανε πως λυπόνταν κι αυτός για το φόνο του Λέντζου. Δεν απόκρυψε όμως ότι ξεκίνησαν μαζί από την Αθήνα, γιατί θα μαθεύονταν, ότι βγήκανε μαζί στο τούρκικο από της Άρτας το γεφύρι, δηλαδή κι αυτό θα μαθεύονταν από πολλούς χωριανούς του, που βρίσκονταν στην Αθήνα και στην Άρτα, κι ότι ενώ ο Λέντζος τράβηξε για τα Γιάννινα καβάλα, αυτός λοξοδρόμησε στη Φιλιππιάδα, με την ιδέα να βρει εκεί καμιά δουλειά. Όλοι πίστεψαν τα ψεύτικα του τα λόγια, γιατί κανενός δεν μπορούσε να περάσει από την ιδέα ότι αυτός ήταν ο φονιάς.

Ύστερα από λίγες μέρες ο Φετάνης, κατά το συνήθειο του τόπου, πήγε στα Λεντζέικα να παρηγορήσει, κι εκεί που ανέβαινε τες σκάλες τον λόγιασε ο Γκεσούλης, που κείτονταν θλιμμένος σε μια άκρα της αυλής. Όρμησε απάνω του σα μολύβι και του ρίχτηκε με μεγάλη έχτρητα. Φετάνης και Γκεσούλης κουτρουβαλιάστηκαν στα σκαλοπάτια. Έτρεξαν να τους χωρίσουν άντρες και γυναίκες από μέσα από το σπίτι, κι ο Φετάνης, για να γλιτώσει, έβγαλε το φονικό του μαχαίρι να χτυπήσει τον Γκεσούλη, τον μόνο μάρτυρα του κακουργήματος του. Εκείνη τη στιγμή ένας από τους Λεντζαίους, για να γλιτώσει το σκυλί, αρπάζει το μαχαίρι που έφερε ακόμα το αίμα του δολοφονημένου απάνω στο λεπίδι σκουριασμένο*. Ο Φετάνης άλλο από την επίθεση του Γκεσούλη, κι άλλο από το άρπαγμα του φονικού μαχαιριού, νόμισε ότι κάποιος τον είχε προδώσει και φώναξε απελπισμένα:

—Ήμαρτον! ήμαρτον! Μη με σκοτώνετε! Σχωράτε με! Εγώ το ‘κανα και σεις να μην το κάνετε!

Οι Λεντζαίοι κατάλαβαν από τα λόγια του ότι αυτός ήταν ο φονιάς του ανθρώπου τους και τον έπιασαν για τα καλά. Σε λίγο μαζεύτηκαν οι γειτόνοι κι όλο το χωριό. Ο φονιάς παραδόθηκε δεμένος στη Δημογεροντία, κι η Δημογεροντία τον έστειλε στον Πασιά στα Γιάννινα.

 

Ο Γκεσούλης, αφού έσωσε την περιουσία των ορφανών, μην αφήνοντας τον φονιά να πάρει τη σακούλα του σκοτωμένου, κι αφού παράδωκε και τον φονιά κι έκαμε τέλεια το χρέος του, ψόφησε απάνω σε σαράντα μέρες!

Είπαν ότι ψόφησε από τη λύπη του!

 

* Υπάρχει μια λαϊκή πρόληψη, ότι το ανθρώπινο αίμα δεν καθαρίζεται ποτέ από το σίδηρο και ότι το φονικό μαχαίρι, καθώς και κάθε φονικό άρματο, διώχνει τους δαιμόνους τη νύχτα.

πηγή 

 

Χ. Χρηστοβασίλης

 

Χρήστος Χρηστοβασίλης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Χρήστος Χρηστοβασίλης
Χρήστος Christovasilis.jpg
Ο Χρήστος Χρηστοβασίλης
Γέννηση 12 Μαρτίου 1861 Συρράκο Ιωαννίνων Ήπειρος Ελλάδα Η
Σημαία της Greece.svg
Θάνατος 26 Αυγούστου 1937 (76 ετών) Ιωάννινα Ήπειρος Ελλάδα Η
Σημαία της Greece.svg
Εθνικότητα Έλληνας
Υπηκοότητα Ελληνική
Ιδιότητα Συγγραφέας ΚΑΙ δημοσιογράφος
Είδος τέχνης συγγραφέας , δημοσιογράφος
Καλλιτεχνικά ρεύματα Νεοελληνική πεζογραφία
Σημαντικά έργα Ο Κουτσογιάννης στα Γιάννενα , Η ανίκητη ελπίδα

: Ο Χρήστος Χρηστοβασίλης ( Συρράκο Ιωαννίνων 12 Μαρτίου 1861Ιωάννινα 26 Αυγούστου 1937 ) υπήρξε συγγραφέας και δημοσιογράφος, Της ηρωικής εκπρόσωπος ΚΑΙ βουκολικής λογοτεχνίας ΚΑΙ σημαντική ΜΟΡΦΗ Της λογοτεχνίας Της Ηπείρου κατά ΤΑ τέλη ΤΟΥ 19ου ΚΑΙ Αρχές ΤΟΥ 20ου αιώνα Χρηστοβασίλης εκλέχθηκε: Ο ΔΥΟ φορές βουλευτής Ιωαννίνων ΣΤΟ Ελληνικό Κοινοβούλιο .

Έργο

Το έργο του Χρήστου Χρηστοβασίλη εμπνέονταν από την καθημερινότητα των παραδοσιακών και αγροτικών πληθυσμών της Ηπείρου, ενώ υπήρξε κύριος εκπρόσωπος της βουκολικής λογοτεχνίας εκείνης της εποχής. Έγραφε μόνο σε δημοτική γλώσσα, την οποία αποκαλούσε «Κοινή του μέλλοντος». Ολόκληρη η εργογραφία του Χρηστοβασίλη διακατέχονταν από πατριωτικό αίσθημα ενάντια στον οθωμανικό ζυγό. Κύρια έργα του ήταν:

  • Διηγήματα της Στάνης
  • Διηγήματα της ξενιτειάς
  • Διηγήματα του μικρού σκολειού – Απομνημονεύματα μιας ζωής
  • Η αγάπη – Τριλογία
  • Η όμορφη νύφη
  • Οι θερίστρες
  • Ο ερωτόληπτος υποδηματοποιός
  • Αγώνες του Σουλίου – Για την πατρίδα
  • Η Ήπειρος γεωγραφικώς και εθνολογικώς από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον
  • Ηπειρωτικά παραμύθια
  • πηγή

Α.Ντέλης – Δ. Λεντζος

Λέξεις που χάνονται.

Τα χρόνια και οι αιώνες περνάνε και στο διάβα τους, σαν ορμητικά ποτάμια παρασύρουν οτιδήποτε εμείς οι άνθρωποι αφήνουμε να παρασυρθεί …

Τρόπους, συνήθειες, ήθη και έθιμα, αλλά ακόμα και τον τρόπο που μιλάμε …
Όταν σαν παιδιά ακούγαμε την έκφραση: «… Το βούλιαξε το βλοημένο» ξέραμε πως έξω βρέχει επί ώρες ασταμάτητα κι αν βγαίναμε έξω θα γινόμασταν «αρτσίδι» (μούσκεμα). Η μανάδες μας μας τοίμαζαν στα «αγκιά» (κατσαρολικά), μια «πλοχεριά τριφτάδες» για να «τηλωθούμε» (χορτάσουμε).

Αν – όπως συνήθως- κάναμε και καμιά ζημιά εισπράτταμε την απείρου κάλλους ευχή «- Μπά που να γένεις στάχτη και μπούρμπερη, ταμπλοβαρεμένο» και μείς τι άλλο να κάνουμε «λουμώναμε» (κρυβόμασταν).

Ήταν η «ντοπιολαλιά μας» , ο τρόπος που καταλαβαίναμε τα νοήματα. Πέρασαν τα χρόνια, αφήσαμε τις λέξεις … και μας άφησαν. Λέξεις μωσαϊκό με προέλευση άλλες Αρχαιοελληνικές ή Δωρικές, Ενετικές, Σλαβικές, Τούρκικες ή Αρβανίτικες. Έλαχε στους χρόνους μας, αυτή μας η τοπική διάλεκτος να χάνεται οριστικά μαζί με την βαριά ιδιότυπη ορεινή προφορά μας .

Είναι όμως μέρος της ιστορίας μας, της κουλτούρας μας. Ας την σώσουμε σαν ανάμνηση τουλάχιστον, υπακούοντας στην προτροπή του ποιητή:

«ΝΑ Τούτο ΜΟΝΟ ξέρεις
Οτι σώσεις μες ΣΤΗΝ Αστραπή
καθαρό ΣΤΟΝ αιώνα ΘΑ διαρκέσει»
και θα διαρκέσει
«… χρόνους τακτούς, όσους η γνώση ορίζει …»

Ξεκίνησα πριν αρκετά χρόνια να συγκεντρώνω κάποιες απ ‘αυτές τις λέξεις και στην πορεία ανακάλυψα κάποια πολύτιμα βιβλία, το «Λεξικό της Ντοπιολαλιάς» του Κώστα Πανόπουλου και «Αναζητώντας τις ρίζες μας» του Ιωάννη Ασημακόπουλου, καθώς και το αριστούργημα του συμπατριώτη μας Στυμφάλιου (από τη Ντούσια) Βαγγέλη Βαρδουνιώτη «Πικρά – γλυκά μου χρόνια» τα οποία στάθηκαν θησαυροί γνώσεων για το θέμα.

Εκεί βρήκα λέξεις που κι εγώ -αλλά και οι περισσότεροι φαντάζομαι- είχα ξεχάσει οριστικά . Ήχησαν στ ‘αυτιά μου με παράπονο και στάθηκαν μια από τις αιτίες δημιουργίας αυτής της ιστοσελίδας . Καταθέτω σήμερα αυτό το υλικό που συγκεντρώθηκε με την ελπίδα κάποιους να ενδιαφέρει …
(όποια διόρθωση ή συμπλήρωση με χαρά δεκτή)

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΟΥΡΤΗΣ

πηγή: http: // www.psarikorinthias.gr/missing.html

Αα
Άγανα(τα) = οι (ενοχλητικές) τρίχες που έχουν τα στάχια.
Αγκιά (τα) = δοχεία και σκεύη της μαγειρικής (κατσαρόλες, πιάτα κ.λπ.).
Αγιάζι (το) = η νυχτερινή διαπεραστική ψύχρα
Αγιογδύτης (ο) = ο χωρίς αναστολές εκμεταλλευτής
Αγλέορας  = Βότανο, με γαλακτώδη δηλητηριώδη χυμό  ,
(μετ.) –«έφαγε τον αγλέορα» = έφαγε πολύ
Αγκομαχάω = βογκάω από πόνο ή κόπο
Αγκωνάρι (το) = γωνιακός, ακρογωνιαίος λίθος
Αγκωνή (η) = η γωνία  του σπιτιού, «μια αγκωνή ψωμί»
Αγνάντιο = απέναντι
Άγουρος = ανώριμος, άπειρος νέος
Αγουρίδα (η) = το άγουρο ξινό σταφύλι
Αγριάδα (η) = είδος αγριόχορτου, θυμός
Αγρικάω = ακούω κάτι, καταλαβαίνω
Αγύριγος = αγύριστος – «να πας στον αγύριγο» (διάβολο)
Αδειάζω  (είμαι) αδειανός = ευκαιρώ, έχω ελεύθερο χρόνο (- Έλα απ’ το σπίτι… – Δεν αδειάζω…)
Aδερφομοίρια = τα αμοίραστα μερίδια που ανήκαν σε αδέρφια
Αδράχτι (το) = εργαλείο της ρόκας για το γνέσιμο (κλώσιμο) του μαλλιού  για να γίνει νήμα
Αερικό (το) = Το φάντασμα, η νεράιδα
Αζάτικος = απείθαρχος – ανυπότακτος – απείθαρχο παιδί
Ακόνι (το) = πέτρα για λείανση κοφτερών εργαλείων
Ακαμάτης (ο) = ο τεμπέλης
Ακουμπέτι = τέλος πάντων, επί τέλους, παρά ταύτα.
Αλάλιασα = τρέλανα
Αλαξιά (η) = φορεσιά, τράμπα, ανταλλαγή
Αλάργα = μακριά
Αλαφιασμένος (ο) = τρομαγμένος
Αλαφροΐσκιωτος (ο) = αυτός που βλέπει αερικά, στοιχειά, φαντάσματα
Άλειμμα (το) = το χοιρινό λίπος στην λαήνα. (ομηρική λέξη)
Αλεσιά (η) = αλεσμένη ποσότητα σταριού
Αλέτρι (το) = γεωργικό εργαλείο για το όργωμα της γης.
Αλισίβα (η) = βρασμένη στάχτη με νερό για το πλύσιμο των ρούχων, (μετ.)=το πόσιμο νερό που έχει ζεσταθεί υπερβολικά από τον ήλιο
Αλειτούργητος = ο άθρησκος – αυτός που δεν έχει πάει σε εκκλησία
Αλιγδώνω = αλείφω με ζωικό λίπος, «αλίγδωσε τα ρούχα του» =τα λέρωσε
Αλισβερίσι (το) = συναλλαγή, δοσοληψία, συνεργασία,
Αλουνού = άλλου
Αλύχτημα (το) = το γοερό γαύγισμα
Αλωνάρης, αλωνιστής (ο) = ο μήνας Ιούλιος
Αλώνι = 1.το κυκλικό μέρος, στρωμένο με πλάκες που αλώνιζαν, 2.το νέφος γύρω από το φεγγάρι.
Αλπού ή αλουπού (η) = η αλεπού, είδος τοπικού σταφυλιού (αλπούδες)
Αμέτι μουχαμέτι = το έβαλε σκοπό ,πείσμα
Αμή, αμί = ναι
Αμπάριζα (η) = παλιό ομαδικό παιχνίδι
Αμπολάω = αμολάω,αφήνω
Αμποριά (η) = Η πρόχειρη πόρτα στο χωράφι ή την στρούγκα
Αμόλα = φεύγα
Αμόνι = σιδερένια βάση που πάνω της σφυρηλατούσαν για να διαμορφώσουν το καυτό σίδερο
Άμπακας = υπερβολικό φαγοπότι ( – έφαγε τον άμπακα)
Αμπάρι = ξύλινη αποθήκη του σπιτιού για αποθήκευση σιταριού
Αμπλαούμπλας = ο ασουλούπωτος – αυτός που λέει βλακείες
Αμποδάω = εμποδίζω ,  αμπόδηκε = δεν άφησε
Αναβροχιά = ανομβρία
Ανακαψίλα (η) = η καούρα
Αναγελάω = χλευάζω, κοροϊδεύω
Ανακλαδίζομαι = τεντώνομαι να ξεμουδιάσω
Αναμαλλιάρης- αναμαλλιασμένος = με αχτένιστα μαλλιά
Αναμπουμπούλα (η) = η φασαρία, η αταξία
Αναπιάνω = ανακατώνω το προζύμι με νερό και αλεύρι- φτιάχνω τη ζύμη του ψωμιού
Αναχαράζω = αναμασάω, μυρικάζω
Ανάρια (τα) =αραιά
Ανάρμεγος, (η,ο) = το θηλυκό ζώο που δεν έχει αρμεχθεί.
Ανάρτηγο = νηστίσιμο, «Το φαγητό είναι ανάρτηγο»
Ανασταίνω = αναθρέφω, επαναφέρω στη ζωή
Αναχρικά (τα) = τα απαραίτητα πράγματα του σπιτιού (κουζινικά), φυλαγμένα για ώρα ανάγκης
Ανημπόρια = η αρρώστια
Ανερώτηγα = χωρίς άδεια
Αντί (το) = εξάρτημα του αργαλειού, ξύλο κυλινδρικό  που τυλίγεται  το στημόνι( νήμα), αντιά = βγαίνει από την λέξη εντείνω = τραβώ, απλώνω και τανύω = τανώ (τεντώνω)
Ανυφάντρα (η) = η υφάντρα
Αντίδερο = αντίδωρο από τον Ιερέα στο εκκλησίασμα
Αντίκρυ = απέναντι
Αντιριέμαι = Δυσκολεύομαι, επιφυλάσσομαι
Αξάι (το) = αλεστικό δικαίωμα
Απαγγιάζω = κρύβομαι από τον αέρα,
Απάγκιο (το) = απάνεμο,  αποκούμπι, από-άγγειος = απάνεμος
Απαντάω = συναντάω κάποιον  « – Τον απάντησα στο δρόμο…»
Απαρατάω = αφήνω-εγκαταλείπω
Αποκλαδούρα = άκλαδο, ακλάδευτο, εγκαταλελειμμένο αμπέλι
Αποκόβω = απογαλακτίζω.
Αποκούμπι = στήριγμα για τα γηρατειά
Απόλυσε =  φύτρωσε (ή αμόλυσε)
Απλογιέμαι = απαντάω σε κάποιον από μακριά (έχει ως ρίζα την λέξη «απολογούμαι»)
Απλοχεριά (η) = όσο χωράει μια παλάμη
Αποπαίδι = το αποκληρωμένο παιδί
Απόρριξε = όταν κάποιο ζώο απέβαλε το έμβρυο που κυοφορούσε
Αποσπερού (επίρ.) = απόβραδο
Αποσταίνω = κουράζομαι, Απόστασα = κουράστηκα
Απότρυγα = μετά τον τρύγο
Αράδα = σειρά
Άρατος = έφυγε, εξαφανίστηκε, «έγινε άρατος !»
Άραχνος = άτυχος- για λύπηση, σκοτεινός «μαύρος και άραχνος»
Αργαλειός = μηχανισμός για την ύφανση του νήματος ώστε να γίνει υφαντό.
Αργητό = καθυστέρηση «δεν είναι αργητό»
Αργιεύω = αραιώνω, «-Πάω γι’ αργιέματα στα μέσα…»
Άρεντος = αράντιστος
Αρίδα (η) = το πόδι- το καλάμι του ποδιού
Αρλούμπα (η) = κουταμάρα, ανοησία
Αρκουμάνι = το θηρίο- ο εύσωμος
Άρμη (η) = το πηχτό αρμυρό γάλα μαζί με τρίμματα τυριού
Αρμολόι = γέμισμα των αρμών του τοίχου
Αρμάρι = το ξύλινο ντουλάπι στο κούφωμα του τοίχου που φύλαγαν φρούτα , γλυκά κ.λ.π.
Αρνάδα = χρονιάρα προβατίνα που κρατήθηκε για αναπαραγωγή  (αντίστοιχα – κατσικάδα για τα γίδια)
Αρνόκουρα (τα) = μαλλιά από την κουρά των αρνιών
Αρουλιέμαι = ωρύομαι  «το σκυλί αρουλιέται»
Αρούποτος = αχόρταγος, «το βαγένι που δεν ρουπώνει» (που βγάζει νερό)
Αρτένουμε = τρώγω μη νηστήσιμα φαγητά, παραβιάζω τη νηστεία
Άρτζι – μπούρτζι = «τρέχα γύρευε», ανακάτωμα, «άρτζι – μπούρτζι και λουλάς», από το αρμενικό αρτζιβούριον = νηστεία τις απόκριες
Αρτσίδι = βρεγμένος μέχρι το κόκαλο.
Ασκί (το) = επεξεργασμένο δέρμα κατάλληλο για δοχείο
Ασουλούπωτος, (η, ο) = ατημέλητος
Αστράχα = το κενό μεταξύ τοίχου και σκεπής, σίγουρο μέρος για κρύψιμο
Αστροφεγγιά (η) = τα άστρα φέγγουν χωρίς φεγγάρι.
Άταρος = ο αδύναμος «άταρο αυγό» (χωρίς τσόφλι)
Ατσάκιγος = ατσαλάκωτος- που δεν τσακίζεται
Αυγατάω = αυξάνω, φτάνω
Αφόρεγο (το) =  καινούργιο
Αφόρμησε = ερεθίστηκε η πληγή
Άφραγγος (ο) = χωρίς χρήματα
Αφώτιγο = πολύ πρωί πριν χαράξει
Αχαΐρευτος = ανεπρόκοπος
Αχάραγο = πριν το ξημέρωμα
Άχερο (το) = το άχυρο
Αχαμνός, (η, ο) = ο αδύνατος
Αχουγιάζω = μαλώνω- φωνάζω δυνατά, αγριεύω
Αχούρι (το) = στάβλος γουρουνιών, αχυρώνας, ακατάστατο σπίτι
Αχρόνιαγο = το άτυχο- το κακορίζικο,  χαϊδευτική φράση ή βρισιά για παιδιά
Άχτι (το) = το γινάτι

Ββ
Βάβισμα (το) = γαύγισμα « – το σκυλί βαβίζει) (από το αρχαίο βοώ)
Βαγένι (το) = το κρασοβάρελο, μεγάλο δρύινο  βαρέλι για αποθήκευση κρασιού
Βάγια = η δάφνη
Βάνω = Βάζω.
Βάρδα = απομακρύνσου, φύγε μακρυά    (βάρδα φουρνέλο !! )
Βαρέλα = (η) ξύλινο μικρό βαρέλι για νερό
Βαρικό, βαρκό (το) = βάλτος, βούρκος, χωράφι με νερό
Βγάζω = κηδεύω «τον έβγαλαν»
Βελάνι = ο καρπός της βελανιδιάς
Βέμπελη = Αφόρητη ζέστη «έβγαλα τη βέμπελη»
Βερβερίζω = κλαίω- σκούζω από τον πόνο
Βερεσέ, (επίρ.) = με πίστωση, από το τούρκικο veresiye
Βετούλι (το) = κατσίκι ενός χρόνου
Bιτσίνα (η) = εμβόλιο
Βλάμης = αδελφοποιτός
Βλάχος = ο τσέλιγκας, ο φουστανελάς, ο ακοινώνητος
Βλοημένο (το) = ευλογημένο «το βούλιαξε το βλοημένο» (ασταμάτητη βροχή)
Βολά ( η) = φορά (πρώτη βολά)
Βούζα (η) = βατράχι μεγάλο
Βούτα = 1) αρπαγή 2)ξύλινο δοχείο για τα τσίπουρα  3) το βούτηγμα της μπουκιάς
Βουτσί = 1) κρασοβάρελο – ξιδοβάρελο,  σκεύος για μεταφορά υγρών  2) «είναι βουτσί στο μεθύσι » (έχει πιει ένα κρασοβάρελο)
Βρακοζώνι (το) = η ζώνη
Βραστογαλιά (η) = βραστό γάλα

Γγ
Γαϊδουράγκαθο (το) = αγαπημένο φυτό των γαϊδάρων
Γαλάρια (τα) =οι προβατίνες ή κατσίκες που κρατούν  γάλα, το αντίθετο από τα στέρφα που δεν έχουν
Γδυτός = γυμνός
Γέννημα (το) = το σιτάρι
Γέρνω = (μετ.) κοιμάμαι – πάω να γείρω 2) παρακμάζω
Γιδοξούρι (το) = σκωπτικά ο κουρεμένος σαν γίδι, ο άξεστος
Γιούκος (ο) = στοίβα  ρούχων που τοποθετούνται με σειρά (τούρκικη λέξη yk)
Γιοματάρι (το) = το βαγένι με το νέο κρασί
Γιούρτι (το) =  χωράφι κοντά στο σπίτι
Γκαβαλίνες (οι) = περιττώματα γαϊδάρων
Γκαβός (ο) = αλλήθωρος   (Γκαβίζω =  αλληθωρίζω)
Γκανιάζω = 1.διψάω πολύ ,2.κάνω κάτι υπερβολικά «-Το παιδί γκάνιαξε στο κλάμα»
Γκαρίζω = τραγουδάω φάλτσα (σαν τον γάιδαρο).
Γκεζεράω = Περιφέρομαι άσκοπα (- που γκεζέραγες; )
Γκεσέμι (το) = οδηγός του κοπαδιού με το μεγαλύτερο τροκάνι ή κουδούνι.
Γκιόσα (η) = μαύρη γίδα με δυο άσπρες ρίγες στο πρόσωπο ή άσπρη κοιλιά.
Γκούσια (η) = το στομάχι των πουλερικών (σλάβικη λέξη=gusa)
Γκλάβα (η) = χοντροκέφαλο, «δεν κατεβάζει (ιδέες) η γκλάβα του»
Γκλαφούνισμα = αλύχτημα σκύλου
Γκορτσιά (η) = αγριοαχλαδιά ( αρβανίτικη λέξη= goritse )
Γλάρα (η) = 1.νύστα, 2.καθαρός καιρός «-απόψε έχει γλάρα»
Γλατζινιά (η) = είδος αειθαλούς δέντρου
Γλέπω ή γλιέπω = βλέπω
Γλήγορα = γρήγορα
Γκλίτσα (η) =  Ποιμενική κυρτή σκαλιστή λαβή με περίτεχνη ξύλινη διακόσμηση που εφαρμόζει σε ραβδί.
Γκράς (ο) = 1)  είδος όπλου 2)  «είσαι γκράς» δεν παίρνεις μπρος  με τίποτα.3)  Ο σταθερός και ευθύς χαρακτήρας
Γκρατζουνάω = γδέρνω με τα νύχια
Γνέμα (το) = το νήμα
Γκαρδαμώνω = δυναμώνω – ανάρρωση
Γνέθω = φτιάχνω νήμα (γνέμα) για ύφανση στη ρόκα (γνέσιμο)
Γούπατο (το) = τόπος που βουλιάζει
Γούρνα (η) = λακκούβα με βρόμικο στάσιμο νερό (αρχαία λέξη= γρώνη)
Γουρνοτσάρουχα = παπούτσια από δέρμα γουρουνιού
Γουρουνίτσα (η) = παλιό ομαδικό παιχνίδι
Γράνα (η) =  η στενή λωρίδα που χωρίζει τα χωράφια
Γρουμπούλι (το) = στρογγυλός ακανόνιστος όγκος, « μεγάλα γρουμπούλια έχει ο χυλός»
Γωνιά (η) = το σημείο γύρω από την εστία του τζακιού.
Χχ
Xαβάς (ο) = ο σκοπός τραγουδιού
Χαγιάτι (το ) = ο ξύλινος εξώστης, η βεράντα
Χαϊμαλί (το) = 1.το στολίδι των ζώων με χάντρες 2.το φυλαχτό
Χαΐρι (το) =  η προκοπή « – Δεν θα ιδείς χαϊρι και προκοπή»
Χαμοκέλα (η) = ισόγεια πέτρινη ή πλίνθινη κατασκευή  που χρησίμευε για  αποθήκη
Χάμου = χάμω, κάτω
Χαμπέρι (το) =  η  είδηση, το μαντάτο
Χαμπερίζω =  υπολογίζω, λογαριάζω
Χαμπηλώνω χαμπηλά = Χαμηλώνω, χαμηλά
Χαράμι = άδικα
Χαραμοφάης = ο τεμπέλης,  αυτός που τρώει χωρίς να προσφέρει
Χάρβαλο (το) =  Το χαλασμένο, διαλυμένο, ετοιμόρροπο
Χάση (η) = το χάσιμο του φεγγαριού
Χάσκω = γελάω με αφέλεια, με το στόμα ανοιχτό
Χασκογελάω = χαζογελάω χωρίς λόγο
Χασομέρι (το) = η αργοπορία, χαμένος χρόνος « – Μη χασομεράτε…»
Χαχαλάκι (το) = ο πολύ γέρος και αδύναμος άνθρωπος
Χάχας (ο) = αυτός που γελάει διαρκώς & άσκοπα
Χαψιά (η) = η μπουκιά
Χειρόβολο  (το) = μια χεριά θερισμένα στάχυα δεμένα με καλαμιά (σύνθετη λέξη με καταβολή αρχαία- όσο χωρά ένα χέρι)
Χεριά (η) =  όσο πιάνει ένα χέρι
Χερικό (το) = το καλό χέρι όπως το ποδαρικό
Xερχέρι = γρήγορα- γρήγορα, αμέσως
Χιονίστρα (η) = μούδιασμα με κοκκίνισμα και πόνους των άκρων από το  κρύο
Χλαπακιάζω = Τρώγω λαίμαργα και με θόρυβο
Χλιαίνω = Ζεσταίνω
Χόβολη (η) =  η θράκα, τα αναμμένα κάρβουνα σκεπασμένα με στάχτη
Χολιασμένος = ο θυμωμένος, στενοχωρημένος
Χούι = Άσχημη συνήθεια, ελάττωμα
Χούνη (η) = 1. Στενό μέρος που ο θόρυβος δημιουργεί αντίλαλο 2. Σκοτεινό στενό μέρος
Χουνέρι (το) = μεγάλη ζημιά, βλάβη, πάθημα
Χουχουλιέμαι= Ζεσταίνω με την αναπνοή τα χέρια, ανασαίνω πάνω στα χέρια μου
Χουχλάζει = κοχλάζει, βράζει, χούχλος
Χτένι (το) = 1) οδοντωτό εξάρτημα του αργαλειού, κατασκεύασμα με ακίδες καλαμιού που περνούν τα νήματα του στημονιού 2) μικρή χτένα μαλλιών
Χτικιό (το) = Ανίατη ασθένεια, η φυματίωση
Xτικιάρης (α,ικο) =  ο φυματικός, ο φθυσικός
Χυλοπίτες = Ζυμαρικό κομμένο σε λωρίδες ή παραλληλόγραμμα κομμάτια
Χυλός (ο) = πρόχειρο φαγητό στο τέντζερη με αλεύρι και νερό
Χωρατό (το) = το γέλιο, το αστείο
Ψψ
Ψείρες (οι) = παλιό παιχνίδι (με λακκούβες και μπάλα)
Ψιλολοΐδια = μικροπράγματα
Ψιχάλα (η) = το ψιλόβροχο
Ψιχαστήρα (η) = Μεταλλική χειροκίνητη συσκευή για τον ψεκασμό του αμπελιού
Ψυχοπονάω = λυπάμαι, σπλαχνίζομαι (Ψυχοπονιάρης =λυπησιάρης)

 για να ολοκληρώσουμε τη δουλειά μας,

 100 ελληνικές λέξεις σλαβικής προέλευσης :

  1. αγκιτάτορας
  2. ασβός
  3. αστρέχα [το γείσο της στέγης]
  4. βάβω / μπάμπω
  5. βαγένι
  6. βάλτος
  7. βαρδάρης
  8. βεδούρα [ξύλινο δοχείο για το γάλα]
  9. βερβερίτσα
  10. βίδρα
  11. βίτσα
  12. βλάχος
  13. βοεβόδας
  14. βολοδέρνω [κατά το ΛΚΝ μόνο, ο Μπαμπινιώτης παράγει τη λέξη από τον βώλο του χώματος]
  15. βότκα
  16. βρικόλακας
  17. γιάφκα
  18. γκλάβα
  19. γκλαβανή [η καταπακτή]
  20. γκορτσιά
  21. γουστερίτσα
  22. γράνα [χαντάκι]
  23. γρεντιά [ξύλινο δοκάρι]
  24. ζαβλακώνομαι [κατά Μπαμπινιώτη μόνο, το ΛΚΝ παράγει από ζαβώνω + βλακώνω]
  25. ζαλίκι [φορτίο, και ρ. ζαλικώνω / ζαλώνω]
  26. ζούζουλο [ζωύφιο]
  27. ιντελιγκέντσια
  28. καρβέλι
  29. καρούτα [ποτίστρα για τα ζώα]
  30. καρτόφι [πατάτες στα ποντιακά]
  31. καστραβέτσι [αγγούρι]
  32. κλούβιος [κατά ΛΚΝ, ο Μπαμπινιώτης εκφράζει επιφυλάξεις]
  33. κνούτο
  34. κολεκτίβα
  35. κολχόζ
  36. κόρα
  37. κόσα [γεωργικό κοπτικό εργαλείο]
  38. κοτσάνι [ο Μπαμπινιώτης θεωρεί πως είναι τουρκικό δάνειο, πιθανώς σλαβικής απώτερης αρχής]
  39. κοτσίδα [ο Μπαμπινιώτης δίνει ελληνική ετυμολογία]
  40. κουλάκος
  41. κουνάβι
  42. κούρκος
  43. κουρνιάζω
  44. κουτάβι
  45. λακκούβα [με παρετυμολογία προς τον λάκκο]
  46. λόγγος
  47. λούτσα [κατά Μπαμπινιώτη είναι αλβανικό δάνειο]
  48. μαγούλα
  49. μαζούτ [το ΛΚΝ το θεωρεί δάνειο από αγγλ. ή γαλλικά, ρωσικής αρχής]
  50. μενσεβίκος
  51. μισίρκα [γαλοπούλα στα σερρέικα]
  52. μόρα
  53. μουζίκος
  54. μουντός
  55. μπαλαμούτι
  56. μπάρα [με τη σημασία «λάκκος με νερά, λιμνούλα»]
  57. μπέμπελη
  58. μπολσεβίκος
  59. μπουχός
  60. μπράτιμος
  61. μπροστέλα [με παρασύνδεση με τη λέξη «μπροστά»]
  62. νομενκλατούρα
  63. ντιρεκτίβα
  64. ντόμπρος
  65. οβορός [περιφραγμένη αυλή]
  66. πάπρικα
  67. περεστρόικα
  68. πέστροφα [παρετυμ. σύνδεση με το «επιστρέφω»]
  69. πιροσκί
  70. πλάβα [βάρκα λιμνίσια χωρίς καρίνα]
  71. πλόσκα [ξύλινο φλασκί]
  72. πογκρόμ
  73. προβοκάτσια
  74. πρόγκα
  75. ραβάνι [το ρυθμικό βάδισμα αλόγου, ο πλαγιοτροχισμός]
  76. ραβασάκι
  77. ρεκάζω
  78. ρήσος [ο λύγκας]
  79. ρούβλι
  80. ρούχο
  81. σαμοβάρι
  82. σανός
  83. σβάρνα
  84. σέμπρος
  85. σμερδάκι [χαμοδράκι, είδος ξωτικού]
  86. σοβιέτ
  87. σουβάλα [φυσικός ταμιευτήρας νερού]
  88. σπούτνικ
  89. στούμπος
  90. τζόρας
  91. τραντάζω [ο Μπαμπινιώτης δίνει και ελληνική εκδοχή]
  92. τρόικα
  93. τσαντίλα [το αραιοφαμένο σακούλι]
  94. τσάρος
  95. τσέλιγκας
  96. τσέργα [βελέντζα]
  97. τσίπα
  98. τσίτσα [ξύλινο δοχείο για κρασί]
  99. φράξια
  100. χουγιάζω

 

Χρήστος Χρηστοβασίλης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Χρήστος Χρηστοβασίλης
Χρήστος Christovasilis.jpg
Ο Χρήστος Χρηστοβασίλης
Γέννηση 12 Μαρτίου 1861 Συρράκο Ιωαννίνων Ήπειρος Ελλάδα Η
Σημαία της Greece.svg
Θάνατος 26 Αυγούστου 1937 (76 ετών) Ιωάννινα Ήπειρος Ελλάδα Η
Σημαία της Greece.svg
Εθνικότητα Έλληνας
Υπηκοότητα Ελληνική
Ιδιότητα Συγγραφέας ΚΑΙ δημοσιογράφος
Είδος τέχνης συγγραφέας , δημοσιογράφος
Καλλιτεχνικά ρεύματα Νεοελληνική πεζογραφία
Σημαντικά έργα Ο Κουτσογιάννης στα Γιάννενα , Η ανίκητη ελπίδα

: Ο Χρήστος Χρηστοβασίλης ( Συρράκο Ιωαννίνων 12 Μαρτίου 1861Ιωάννινα 26 Αυγούστου 1937 ) υπήρξε συγγραφέας και δημοσιογράφος, Της ηρωικής εκπρόσωπος ΚΑΙ βουκολικής λογοτεχνίας ΚΑΙ σημαντική ΜΟΡΦΗ Της λογοτεχνίας Της Ηπείρου κατά ΤΑ τέλη ΤΟΥ 19ου ΚΑΙ Αρχές ΤΟΥ 20ου αιώνα

Βίος

Χρηστοβασίλης γεννήθηκε: Ο ΣΤΟ Χωριό Συρράκο ΣΤΟΝ ποταμό Καλαμά , ΣΤΑ ΚΟΝΤΑ Ιωάννινα , το η Περιοχή ΟΤΑΝ ΗΤΑΝ ακόμη Υπό οθωμανική κατοχή. Ως έφηβος έφυγε από το σχολείο για να συμμετάσχει στην Ηπειρώτικη Επανάσταση του 1878 εντάχθηκε ΣΕ ΚΑΙ αντάρτικα Σώματα ΣΤΗΝ Περιοχή Των Αγίων Σαράντα . Οι οθωμανικές αρχές τον συνέλαβαν δύο φορές και τον καταδίκασαν σε θάνατο , κατάφερε ΚΑΙ όμως δραπέτευσε Προς ΤΗΝ απελευθερωμένη Ελλάδα Η . Το 1885 ΣΤΗΝ βρίσκεται έκδοσης Αθήνα , όπου και σπούδασε, συνέλεξε υλικό και εξέδωσε μεγάλο αριθμό έργων σχετικά με την ελληνική ιστορία . Τον Δεκέμβριο του 1889 Το Λογοτεχνικό κέρδισε βραβείο Της εφημερίδας Ακρόπολις ΓΙΑ Το έργο ΤΟΥ Διηγήματα Της Στάνης . Το πέρας ΜΕ Των Βαλκανικών Πολέμων Το μεγαλύτερο μέρος Της Ηπείρου εντάχθηκε ΣΤΗΝ Ελλάδα Η, ΣΤΑ Ιωάννινα δραστηριοποιήθηκε όπου ΚΑΙ εξέδιδε ΤΗΝ εφημερίδα Ελευθερία , ενώ το 1936 πολιτισμικό Περιοδικό Το ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ Φύλλα .

Χρηστοβασίλης εκλέχθηκε: Ο ΔΥΟ φορές βουλευτής Ιωαννίνων ΣΤΟ Ελληνικό Κοινοβούλιο .

Έργο

Το έργο του Χρήστου Χρηστοβασίλη εμπνέονταν από την καθημερινότητα των παραδοσιακών και αγροτικών πληθυσμών της Ηπείρου, ενώ υπήρξε κύριος εκπρόσωπος της βουκολικής λογοτεχνίας εκείνης της εποχής. Έγραφε μόνο σε δημοτική γλώσσα, την οποία αποκαλούσε «Κοινή του μέλλοντος». Ολόκληρη η εργογραφία του Χρηστοβασίλη διακατέχονταν από πατριωτικό αίσθημα ενάντια στον οθωμανικό ζυγό. Κύρια έργα του ήταν:

  • Διηγήματα της Στάνης
  • Διηγήματα της ξενιτειάς
  • Διηγήματα του μικρού σκολειού – Απομνημονεύματα μιας ζωής
  • Η αγάπη – Τριλογία
  • Η όμορφη νύφη
  • Οι θερίστρες
  • Ο ερωτόληπτος υποδηματοποιός
  • Αγώνες του Σουλίου – Για την πατρίδα
  • Η Ήπειρος γεωγραφικώς και εθνολογικώς από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον
  • Ηπειρωτικά παραμύθια
  • πηγή

Α.Ντέλης – Δ. Λεντζος

ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΟΛΥΜΠΙΑΣ

 

«ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΟΛΥΜΠΙΑΣ» ξεκινά το ταξίδι στο μύθο από το Όρος ΛΥΚΑΙΟ, που δεσπόζει στον Πελοποννησιακό χώρο και συνεχίζεται στην περιοχή ΚΡΗΤΕΑ, αριστερά από το άλσος του λεγόμενου ΠΑΡΡΑΣΙΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ, όπου σύμφωνα με την παράδοση ανατράφηκε ο ΔΙΑΣ. Κοντά στην όμορφη κοιλάδα του Ποταμού ΝΕΔΑ δεσπόζει η Αρχαία ΦΙΓΑΛΕΙΑ, μία ακμαία και σημαντική πόλη της Αρχαίας ΑΡΚΑΔΙΑΣ, στις Βάσσες της οποίας βρίσκεται ο Ναός του Επικούρειο, ένας από τους σημαντικότερους και επιβλητικότερους της Αρχαιότητας. Συνεχίζοντας την περιήγηση στην ευρύτερη περιφέρεια της ΗΛΙΔΑΣ, συναντάμε το ΛΕΠΡΕΟ και τον Ναό της ΔΗΜΗΤΡΑΣ, κτισμένος στο νότιο τμήμα της κλασικής Ακρόπολης του Αρχαίου Λεπρέου, που ανασυνθέτει μνήμες καλαισθησίας και ερειπωμένα μνημεία. Τόπος που θεωρείται ότι ίδρυσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες και προσάρτησε στο κράτος του την ΟΛΥΜΠΙΑ, μάλιστα οι αθλητές που συμμετείχαν στους αγώνες υποχρεούνταν να προετοιμαστούν στην ΗΛΙΔΑ. Φθάνουμε στην ΣΚΙΛΛΟΥΝΤΙΑ, πόλη της αρχαίας Ηλείας και κατόπιν στην Αρχαία πόλη Αρχαία ΛΑΣΙΩΝΑ και ΑΚΡΩΡΙΑ της ορεινής ΗΛΕΙΑΣ. Όλες οι παραδόσεις μας οδηγούν στην φημισμένη Λίμνη ΚΑΪΑΦΑ, στην πευκόφυτη έκταση του Όρους ΛΑΠΙΘΑ, ατενίζοντας το Ιερό της ΟΛΥΜΠΙΑΣ, που απλώνεται στους καταπράσινους πρόποδες του λόφου ΚΡΟΝΙΟΥ, σημείο όπου συναντώνται οι Ποταμοί ΑΛΦΕΙΟΣ και ΚΛΑΔΕΟΣ. Η Αρχαία ΟΛΥΜΠΙΑ είναι γνωστή ως ένα από τα σημαντικότερα Ιερά της αρχαιότητας, αφιερωμένο στον πατέρα των Ολύμπιων θεών, τον ΔΙΑ, και ως γενέτειρα των Ολυμπιακών Αγώνων. Κατά τη διάρκεια του ντοκιμαντέρ διαβάζονται αποσπάσματα από το Λαογραφικό έργο του Ιστοριοδίφη ΑΓΗΣΙΛΑΟΥ ΤΣΕΛΑΛΗ. πηγη:  http // www.projethomere.com

Ολυμπία Εκτύπωση E-mail
Όποιος έζησε κάποτε μια άγρια χειμερινή καταιγίδα με εκτυφλωτικές αστραπές στον ουρανό της κοιλάδας του Αλφειού ή τρόμαξε από ένα δυνατό κεραυνό μια αποπνικτική καλοκαιριάτικη μέρα, δεν θά ‘χει κανένα λόγο να απορεί που το πιο σημαντικό ιερό του κεραυνοσείστη Διός, του πατέρα των θεών, βρίσκεται σ’ αυτήν την απόμακρη περιοχή της δυτικής Πελοποννήσου.

Κλάους Χέρμαν: Ολυμπία. Το ιερό και οι Αγώνες, Το Σώμα και το Πνεύμα

6270064Ένα από τα σημαντικότερα Ιερά της Αρχαιότητας, αφιερωμένο στον πατέρα των θεών, Ολύμπιο Δία. Η Ολυμπία είναι ο τόπος όπου γεννήθηκαν και τελούνταν κατά την αρχαιότητα οι Ολυμπιακοί Αγώνες.
Οι ανασκαφές στην Ολυμπία άρχισαν τον Μάιο του 1829, δύο χρόνια μετά τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, από Γάλλους αρχαιολόγους. Τα ευρήματα (τμήματα από τις μετόπες του πρόναου και του οπισθόδομου του ναού του Διός) μεταφέρθηκαν στο Μουσείο του Λούβρου, όπου εκτίθενται σήμερα. Όταν η ελληνική κυβέρνηση πληροφορήθηκε το γεγονός της αρπαγής των ευρημάτων, οι ανασκαφές διακόπηκαν για να ξαναρχίσουν αργότερα, το 1875 από Γερμανούς αρχαιολόγους. Οι έρευνες συνεχίζονται έως σήμερα από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο της Αθήνας υπό την εποπτεία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ολυμπίας.

Το Ιερό της Ολυμπίας απλώνεται στους νότιους πρόποδες του δασωμένου λόφου του Κρονίου, ανάμεσα στην συμβολή του Αλφειού και του Κλαδέου ποταμού. Η κοιλάδα μεταξύ των δύο ποταμών στην αρχαιότητα ήταν κατάφυτη από αγριελιές, λεύκες, δρύες, πεύκα και πλατάνια, γι’ αυτό το Ιερό ονομάστηκε ΄Αλτις, δηλαδή άλσος.
Η Άλτη περικλείεται από περίβολο εντός του οποίου περιλαμβάνονται τα κυριότερα θρησκευτικά οικοδομήματα και αναθήματα του ιερού. ΄Έξω από τον περίβολο βρίσκονταν οι βοηθητικοί χώροι, δηλαδή οι κατοικίες των ιερέων, τα λουτρά, οι χώροι προετοιμασίας των αθλητών, και οι ξενώνες.

Η απαρχή της λατρείας αλλά και των μυθικών αναμετρήσεων που έλαβαν χώρα στην Ολυμπία χάνεται στα βάθη των αιώνων. Ήδη από την Πρωτοελλαδική εποχή υπάρχει μια οικιστική εγκατάσταση στην περιοχή. Γύρω στο 1200 π.Χ. στην ευρύτερη περιοχή του Ιερού εγκαθίστανται οι Αιτωλοί, δωρικό φύλο με αρχηγό τον Όξυλο. Τότε πιθανότατα άρχισε και η λατρεία του Διός και η Ολυμπία από τόπος κατοίκησης έγινε τόπος λατρείας. Σύντομα εξελίσσεται σε πανελλήνιο κέντρο. Κατά την πρώιμη αρχαϊκή εποχή ιδρύθηκαν τα πρώτα κτήρια του ιερού. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες ξεκίνησαν το 776 π.Χ. προς τιμήν του Διός. Οι αγώνες, που από την αρχή έως το τέλος του θεσμού περιβάλλονται από θρησκευτικό χαρακτήρα και αυστηρό τελετουργικό, διεξάγονταν στην αρχή μπροστά από το χώρο των βωμών, ενώ οι οργανωμένες εγκαταστάσεις, γίνονταν όλο και πιο απαραίτητες με τη συνεχή αύξηση του αριθμού, τόσο των αθλητών όσο και των θεατών. Ταυτόχρονα και τα αθλήματα εμπλουτίζονταν σε αριθμό και ποικιλία.

Τα αναρίθμητα αφιερώματα του 7ου-6ου π.Χ. αιώνα τοποθετούνταν στο ύπαιθρο, επάνω στα δέντρα και σε βωμούς. Σημαντικότερα από τα αναθήματα αυτής της περιόδου είναι οι εξαιρετικής τέχνης χάλκινοι τρίποδες και λέβητες, καθώς και τα όπλα. Με το πέρασμα των αιώνων διαμορφώνεται το αρχιτεκτονικό πρόγραμμα του Ιερού, το οποίο ολοκληρώνεται στο τέλος του 4ου αιώνα π.Χ.
Ωστόσο και κατά τη Ρωμαϊκή εποχή, κατασκευάζονται νέα οικοδομήματα (κυρίως θέρμες, επαύλεις, ξενώνες, υδραγωγείο κ.α), παρότι έχει ήδη αρχίσει η παρακμή του Ιερού. Η Ολυμπία λειτουργούσε ανέκαθεν ως χώρος πολιτικής προβολής και οι αγώνες γίνονταν συχνά – ιδίως κατά την ύστερη αρχαιότητα – θύμα πολιτικής εκμετάλλευσης από μεγάλες προσωπικότητες όπως ο Φίλιππος Β΄, ο Μέγας Αλέξανδρος και οι διάδοχοί του. Οι Ρωμαίοι παρουσιάζοντας πειστήρια για την ελληνική τους καταγωγή, μετείχαν και αυτοί στους αγώνες, μετά την πλήρη υποταγή της Ελλάδας στη Ρώμη, όμως η λάμψη και το ιδεολογικό υπόβαθρο των αγώνων εξασθένισε σημαντικά. Άμεσα συνδεδεμένη με τους αγώνες και το Ιερό της Ολυμπίας ήταν η πόλη της ΄Ήλιδας, της οποίας μέλημα και προνόμιο ήταν η τέλεση και η προετοιμασία των αγώνων.
Το 267 μ.Χ. υπό την απειλή της επιδρομής των Ερούλων, οι οποίοι τελικά δεν έφτασαν στο Ιερό, κτίστηκε βιαστικά ένα τείχος, για να προστατευθούν τα σημαντικότερα κτήρια, τα αναθήματα και κυρίως το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Διός. Τότε αρκετά κτήρια υπέστησαν σοβαρές ζημιές, προκειμένου το οικοδομικό υλικό τους να χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή του τείχους.

πηγή : http://www.visitilia.gr/index.php/el/tourism-culture/ancient-places/ancient-olympia/olympia.html