Category : Χωριό

ΜΑΡΤΙΑΙ ΕΙΔΟΙ*

«Κι όταν θα φθάσεις στην ακμή σου, Καίσαρ πια*…»
Ο Μάρτιος, αν ήταν μαθητής στον Μυστικό Δείπνο, θα ήταν σίγουρα ο Πέτρος. Εκεί που θ΄απαρνηθεί τρις την ίδια στιγμή τραβάει το μαχαίρι και κόβει το αυτί του ασεβούς από τον όχλο.
Στο χωριό μας συνήθως ο Μάρτιος εσύχναζε στ΄αμπέλια με γυρισμένα τα μανίκια του, που φαίνονταν τα κάτασπρα ανήλιαγα χέρια του. Για βραχιόλι είχε μια κόκκινη κλωστή από στημόνι για να μη τα κάψει ο ήλιος.
Στ΄αμπέλια τα κούρβουλα ήταν όλα ίδια, δεν ξεχώριζε η ράτσα τους σ΄αυτήν τη μεγάλη ισότητα. Και όλα τα ονόματα ήταν εκεί, γραμμένα στη σειρά τους στα κατάστιχα της καλλιέργειας του θείου αυτού φυτού.
Η Χλώρα, η Σφάκα, το Μαυρούδι, ο Βοϊδομάτης, ο Ροδίτης, το Φιλέρι, η Τουρκοπούλα, το Μερκούρι, το Μοσχούδι, όλα εκεί με κομμένα τα κλήματά τους σαν δάχτυλα κομμένα, που έσταζαν ένα πηχτό δάκρυ σαν μάτια που είχανε πονέσει πολύ.
Το πρωϊ απ΄έξω από τα καφενεία στη σειρά ήταν οι αξίνες, όπως τα όπλα που αφήνουνε οι στρατιώτες στις μικρές ανάπαυλες του πολέμου. Μέσα στα καφενεία στου Ντούμα, στου Νικολάκη, στου Ντούντουνα, οι εργάτες είχανε πιει τα πρώτα τους κονιάκ, έτσι για να βάλουνε σε σειρά τα πράγματα μέσα τους. Οι Λασδικαίοι, οι Περσεναίοι, οι Κολολετσιάνοι και οι δικοί μας. Έτοιμοι όλοι να σκορπιστούνε στα μεγάλα αμπέλια: Στου Σφαλαχτού, στου Βορρού, στη Μποκρίλα, στο Χέρωμα.
Ο ήχος από τις αξίνες και τις βαριές ανάσες ακούγονταν μέχρι απέναντι στα Μισοράχια. Μια μικρή ανάσα, φτύνουν τις παλάμες τους και ξαναρχίζουν το βαρύ τούτο έργο. Εκεί στο κολατσιό θα έπιναν μια κούπα από τούτο το θείο και ευλογημένο πιοτό και θα δόξαζαν το μέγα αυτό δημιούργημα. Κανείς όμως δεν είπε ποτέ τίποτα για τον Μάρτιο που καθότανε αντρικά πάνω στο μεγάλο κούρβουλο στην πάνω γράνα με τους μυροφόρους μάραθους και τις ρίγανες. Κι ο κόπος των εργατών βαρύς και δύσκολα πληρωνότανε σε τούτες τις εργατιές των φτωχών και των εργατικών ανθρώπων.
Αργά το απόγιομα θα γύριζαν με τις αξίνες στον ώμο τους και θα συναντιόντουσαν όλοι στ΄ αμπέλι τ΄ ανήμπορου, της χήρας, του αρρώστου, του γέρου και θα έσκαβαν όλοι μαζί σιωπηλοί και αψείς ξέροντας καλά την αποστολή τους. Λένε, εγώ δεν το είδα, ότι και ο Μάρτιος σε τούτες τις ξέλασες σήκωνε κι αυτός αξίνα και κοκκίνιζαν οι παλάμες του μιας και ήταν αμαθής σε τέτοιες βαριές εργασίες.
Το σούρουπο πια οι αξίνες κουρασμένες κι αυτές στέκονταν ακουμπισμένες στον τοίχο στο περίπτερο της Λαμπίας σαν ανθρώπινα σώματα. Μέσα στο μικρό περιπτεράκι θα πίνανε ένα τελευταίο κονιάκ για την μεγάλη ισορροπία της ψυχής σε τούτο το ξόδεμα των σωμάτων.
Ο Μάρτιος ανέβαινε πια τραγουδώντας απέναντι στην Κορδέλα έχοντας στην τσέπη του λίγο χαλβά με αμύγδαλα για τις νηστείες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Στην εκκλησία ακούγονταν οι ωραίοι ψαλμοί των Χαιρετισμών. Οι Χαιρετισμοί ήταν άλλωστε η μεγάλη αναγγελία της Άνοιξης και της Ανάστασης. Και ο έρωτας επίσης εσύχναζε εκεί έξω στην εκκλησία και στην πλατεία, φίλος κολλητός κι αυτός λένε του Μαρτίου.
Το Σάββατο το σούρουπο, θα μαζευόντουσαν όλα τα παιδιά με τα πεινασμένα μάτια να μαζέψουν τα σπερνά από τις μεγάλες συγχωρέσεις και παρουσίες των ψυχών. Οι φωνές ακούγονταν ως πέρα στις γειτονιές : «Δώσε μου και μένα θειά και θεός σχωρέστους».
Το άλλο πρωί ακούστηκαν φωνές στο σχολείο: «Ήρθανε τα χελιδόνια, ήρθανε τα χελιδόνια»
Πλέον ήτο βεβαία η άφιξις της Ανοίξεως.
Σε λίγες μέρες οι ωραίες φωλιές, σαν μικρά καρβέλια ψωμί, ήταν έτοιμες κάτω από τις μασχάλες των μπαλκονιών. Όποιος γκρεμίσει λένε φωλιά χελιδονιού είναι εχθρός του Μαρτίου και μένει πάντα εκτός της Ανοίξεως εκεί στον Χειμώνα μέσα του, όπως επίσης και απέξω από τη θεία λειτουργία του Σύμπαντος. Και πόσο μοιάζουμε πια και μεις με τα χελιδόνια, μόνο που δεν κρατάμε το λόγο μας για τις επιστροφές τις ειδές ημέρες του Μαρτίου.
Τα παιδιά πια θα είχαν αρχίσει την αποστήθιση των ποιημάτων της 25ης Μαρτίου με την επώδυνη εκείνη αναζήτηση των εθνικών ενδυμάτων. Ακομη χαράζουν το δέρμα μου τα αποφόρια των μεγάλων στις εθνικές εκείνες καρικατούρες των μελλοντικών ηρώων. Από την άλλη αίθουσα στο σχολείο ακούγονταν η δυνατή φωνή των μεγάλων, που έφτανε ίσια στη λάκα με τις ψηλές αριές και τις κουτσουνίδες.
«Μέριασε βράχε να διαβώ
το κύμα ανδρειωμένο
λέει στην πέτρα του γιαλού
θολό συννεφιασμένο.»*
Μετά θα περνούσαμε σε ίσιες σειρές κάτω από τα προστάγματα των εντολέων μέσα από την αγορά για την εκκλησία με τους μεγάλους και τα στεφάνια.
Μετά θα μετρούσαμε κάθε μέρα τις ημέρες για το Μεγάλο Πάσχα.
«… ας περιμένει ακόμη
κι η Σύγκλητος αυτή, κι ευθύς να τα γνωρίσεις
τα σοβαρά γραφόμενα του Αρτεμιδώρου.»*
Κ. Π. Καβάφης

 
* Τίτλος ποιήματος του Κ.Π.Καβάφη. Ειδοί: Οι δέκα τελευταίες ημέρες του μήνα.
* Ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη

  • Τα όρια του χωριού

Τα όρια του χωριού

Το χωριό μας βρίσκεται στην ημιορεινή περιοχή της Ηλείας, κάτω από το δάσος Κάπελη (Φολόη) 15 περίπου χιλιόμετρα από την Αρχαία Ολυμπία προς το βορειοανατολικό μέρος αυτής.

Συνορεύει ανατολικά με το χωριό Αχλαδινή παλαιά Ντάρτιζα, δυτικά με το χωριό Νεράιδα παλαιά Καλολετσή, βόρεια με το χωριό Πέρσαινα (Μποντίνι) βορειοανατολικά με τα χωριά Φολόη παλιά Γιάρμενα και το Κούμανη, νότια με το χωριό Δούκα, και νοτιοανατολικά με το χωριό Λάλα.

Τα διοικητικά μας όρια αναγράφονται βέβαια στα βιβλία της κοινότητας που τώρα βρίσκονται στο Δήμο Αρχαίας Ολυμπίας, αλλά με οσα θυμάμαι θα αναφέρω τοποθεσίες για όποιον θέλει να σχηματίσει μια εικόνα για το που περίπου βρίσκονται το όρια του χωριού μας με τα γύρω χωριά.

Να αρχίσουμε από την περιοχή της Αύρας που είναι στο δυτικό μέρος του χωριού και μας χωρίζει από το γειτονικό χωριό της Νεράιδας. Το όριο ακριβώς είναι στο μύλο του Ψαρού και συγκεκριμένα λίγο πιο κάτω στα πενήντα μέτρα που κατεβαίνει το ρέμα της κοιτιόνας, τοποθεσία πηγή Κεραμίδα, (αυτή την πηγή χρησιμοποιούσαμε για ύδρευση πριν τη γεώτρηση της ρούσιας).

Από αυτό το σημείο ακολουθούμε νότια το ρέμα της κοιτιόνας, μέχρι του σημείου που χωρίζουν τα χωράφια της περιφέρειας Καλιόρι με τα χωράφια κατοίκων του χωριού Λάσδικα. Εκεί γυρίζουμε ανατολικά, ανεβαίνουμε στο Καλιόρι και κατεβαίνουμε στη ρεματιά που λέγεται Τριλάγγαδο. Ακολουθούμε το ρέμα Στράτη στη συνέχεια ρέμα Μποκρίλα και βγαίνουμε στη Ρούσια.

Μετά περνάμε κάθετα το δρόμο Μηλιές-Δούκα και ακολουθούμε τη Λάκα Ζαχαριά. Περνάμε το δρόμο κάθετα που βγαίνει στον Άη-Νικόλα του Δούκα και ακολουθούμε τη Λάκα Κανελή. Στον πρώτο σταυρό της Λάκας μπαίνουμε λάκα αριστερά που βγαίνει στου Λιμισινάνι θέση Ερμιόνης. Ακολουθούμε τον κεντρικό δρόμο της ασφάλτου που πάει Μηλιές Λάλα μέχρι τη διασταύρωση της  Γράνας.

Ακολουθούμε το δρόμο προς Λιούτσα μέχρι τη διασταύρωση του  αγροτικού δρόμου προς Σινεπρέμι. Ακολουθούμε το δρόμο προς τα πάνω και όταν φτάσουμε στα χωράφια μεταξύ Γ. Λέντζου και Δ. Καραγιάννη περνάμε απέναντι προς τη Ρουγκάλια και ακολουθούμε το ρέμα Λαδικού.

Αυτό το ρέμα χωρίζει του Αραμπόσι περιφέρεια Μηλεών και την ραχη Κολοβου περιφέρεια Αχλαδινής. Στη συνέχεια βγαίνει στην Κάπελη περίπου στο χωράφι του Γιώργη Πίππα (Μπαμπίνου), εκεί είναι και ο δρόμος που έρχεται από Μποντίνη για Πύργο.

Εκεί είναι δε και το τέλος της Κάπελης, γιατί από εκεί και πάνω αρχίζουν τα χωράφια της περιοχής «Γκρόπα», περιφέρειας Αχλαδινής.

Ας πάρουμε τώρα αρχίζοντας πάλι από την Κεραμίδα στην Αυρα  προς το βόρειο μέρος. Τα παλιά όρια ανέβαιναν στη λάκα της Ψωριάρας και έβγαιναν στου Διαμαντή τα χωράφια, έπεφταν εκεί που βρίσκεται τώρα το χωριό Μποντίνι και έπαιρνε μετά σε ευθεία γραμμή Λεμένιζες Κουβέλιζες μέχρι Λαζιγγλιάτι λάκα Ντρούκα.

Τότε όμως τα χωράφια της περιοχής αυτής ήταν Μηλιώτικα, τώρα όμως τα αγόρασαν Περσαινέοι και ζήτησαν αναθεώρηση, στην οποία ήμουν και εγώ επί προεδρίας Χρήστου Καραγιάννη.

Τα νέα όρια λοιπόν είναι τα εξής: Ακολουθώντας το δρόμο Νεράιδα-Μηλιές από τη θέση Κεραμίδα φθάνουμε στο σημείο Μπαρουτόμυλος που φτιάχναμε παλιά σαν παιδιά κολυμπήθρα.

Πάνω στην πλαγιά προς το βόρειο μέρος είχε περιβολάκι ο γέρο Κώστας Δουλής, που σ΄ αυτό το σημείο πνίγηκε από ξερολάγγαδο που κατέβασε βρόχινο νερό μετά από καταιγίδα. Το περιστατικό έγινε τα παλιά χρόνια γύρω στα 1900, αλλά δεν είναι της παρούσης στιγμής.

Εκεί λοιπόν πάνω απ΄τα περιβολάκια ξεκινάει το ρέμα Λακαθέλα που βγαίνει στο πάνω μέρος του ισιώματος Αργύρη περιφέρειας Μηλεών και ανήκει σε οικογένειες Αριστείδη, Χρήστου και Γεωργίου Κοτσιρά.

Ακολουθώντας την πλαγιά ανατολικά του Αργύρη μπαίνουμε στο ρέμα Γκουσέτη που μας βγάζει στη λάκα του Ζάρκου, στο κάτω μέρος Γαλατετσιάση. Απέναντι από αυτό το σημείο ήταν οι παράγγες του Δούμα, σημερινό σταυροδρόμι δρόμου Μποντίνη – Τελάλη και νεκροταφείο ¨Μποντίνη¨.

Ακολουθώντας το δρόμο Μποντίνη-Τελάλη φθάνουμε στο σημείο βαρέλια Ξυνού Γκουσέτι. Εκεί μπαίνει αγροτικός δρόμος αριστερά προς Λακαλή, περνάμε κάθετα το δρόμο Στανιντούλα – Λεμένιζες, πέφτουμε στη Λάκα Γκαβέτσου, προχωράμε στη λάκα προς τα πάνω, μπαίνουμε αριστερά που το λέμε στο νερό του Νικολάκη (ήταν μια επιφανειακή λούμπα με νερό που κράταγε σχεδόν ως τους πρώτους μήνες του καλοκαιριού).

Προχωρώντας συναντάμε τον αγροτικό δρόμο Στανιντούλα-Γιάρμενα, ακολουθούμε το δρόμο, περνάμε τις τοποθεσίες Μισοράχη, Φλεβέσια, Λακα – Γερούσι, Τσιοτιμάκι, Τσιοτίμη, μέχρι ράχη Στόκου στο χωράφι του Γιάννη Τσαπάρα.

Σ΄ αυτόν το δρόμο προς το δυτικό μέρος είναι τα όρια με το Μποντίνη προς το ανατολικό όριο των Μηλεών.

Τώρα από εκεί και προς τα πάνω περιοχές όπως Μπαλάτσι, Κουμάσια, Λακακερσί, Λακαμπότι, Λιμπέρι και προς τα πάνω μέχρι του Ρουστάμι πρέπει να έχουμε όρια με Γιαρμεναίους και Κουμαναίους. Μπορεί να τα θυμούνται οι παλαιότεροι ή αν είναι γραμμένα στα χαρτιά της κοινότητας.

Κατά μαρτυρίες παλαιοτέρων σ΄αυτό το σημείο δεν υπάρχουν όρια.

Ανάστος Λέντζος

  • Οι πηγές του χωριού

Οι πηγές του χωριού

Οι καλύτερες πηγές μας είναι οι πηγές της Αύρας (Πηγές Ενιππέα) όπως τις ονομάζουν.

Στην σημερινή εποχή ξεκινούν οι πηγές από την Αγία Παρασκευή, παλαιότερα όμως ξεκινούσαν –όπως εγώ θυμάμαι-  από το ρέμα του Χόνι και πιο κάτω από το ρέμα Κατουνίστας και έφθαναν στο σημείο που λέμε Τρούπα περνούσε ολόκληρο ποταμάκι γύρω στα δύο μέτρα πλατύ και περνούσε 20-30 πόντους βαθύ.

Εκεί οι παλαιότεροι έβαζαν τα άλογα, τα έδεναν από τα κλαράκια στις όχθες για όσο χρόνο χρειαζόταν να μαλακώσουν τα νύχια τους για να τα καλιγώσουν ή να τα πεταλώσουν.

Στα πέλματα των αλόγων, μουλαριών και γαϊδάρων τοποθετούσαν πέταλα. Αυτά είναι σιδερένια πέλματα που τα κάρφωναν με ειδικά καρφιά στα νύχια των ζώων.

Τα πέταλα ήταν στρογγυλά για τα μεγάλα ζώα και πλάκες για τα γαϊδούρια. Τους πεταλωτές τους έλεγαν αλμπάνηδες.

 

Το άλλο ρέμα, το Δουκέικο που λέμε, οι πηγές του άρχιζαν πιο ψηλά από το Τριλάγγαδο και φθάνοντας στην Αγία Παρασκευή έφερναν νερό περίπου το ίδιο με το άλλο ρέμα.
ntelis 017

Εκεί στο Δουκέικο ρέμα πιο κάτω από το Τριλάγγαδο είναι  η παλιά πηγή της Δρύζας. Έβγαινε από τον τοίχο προς το μέρος του Καλιόρι, είχε κούτουλα μαρμάρινο και πολλοί Μηλιώτες έπιαναν νερό από εκεί.

Υπάρχει για αυτή την πηγή το ιστορικόν «Γράψε Δρύζα», επειδή τότε προγραμματίζανε να γίνει διάνοιξη δρόμου Νεράιδας-Λάλα. Τα  χωριά Μηλιές και Δούκα ήθελαν το δρόμο να περάσει όσο γίνεται πιο κοντά στην περιοχή τους. Ο τότε Πρόεδρος των Μηλεών, Δημήτρης Μπιλαλης ρώτησε τι είναι γραμμένο στα χαρτιά; Γράφει Δρύζα;

Όλες αυτές οι πηγές μετά την Αγία Παρασκευή σχηματίζουν το ποτάμι της Αύρας ή τον ποταμό Ενιππέα, όπως γράφουν τα χαρτιά, που εκβάλει στον Αλφειό και από εκεί στη θάλασσα.

Στο Δουκέικο ρέμα δεν υπάρχει άλλη πηγή εκτός από τα μικρά ρυάκια που δημιουργούνται από τα βρόχινα νερά το χειμώνα. Αντίθετα όμως προς το βόρειο μέρος υπάρχουν πολλές πηγές μικρές και μεγαλύτερες.

Αρχίζοντας από το κάτω μέρος είναι μια πηγή στη θέση Ψωριάρα, που ήταν αρκετή να ποτίζει ο Ανδρέας Κάντζος το μικρό του περιβολάκι.

Έπειτα υπάρχει η πηγή της Φέγγρας που ανήκει  στην οικογένεια Καραγιάννη εκεί που ο γέρο Πανάγος είπε:«Αν περάσω από τη Φέγγρα». Στη Φέγγρα ήταν αρκετό το νερό, γιατί θυμάμαι πολλές χρονιές το νερό της πηγής ήταν αρκετό να σχηματίσει ποτιστικό αυλάκι χωρίς να χρειαστεί να το μαζέψουν σε στέρνα και φυσικά ο Καραγιάννης εκεί είχε τα περιβόλια του.

Πάνω από τη Φέγκρα συνέχεια της ρεματιάς υπάρχει αγροτικός δρόμος που πηγαίνει από το χωριο στ’Αργύρη και συνεχίζει προς την παλιά Πέρσαινα, εκεί που ο δρόμος βρίσκει την τελευταία λαγκαδιά πριν από τη ράχη Μπούτιζες, περιφέρεια Πέρσαινας.

Συνεχιζοντας τη ρεματια της Φέγκρας προς τα πάνω συναντάμε μαζί με τον αγροτικό δρόμο στη θέση Καρβουνιάρη μια ρεματιά που πηγαίνει επάνω προς Γκουσέτι.Φαίνεται σαν παρακλάδι της Λάκας που βγαίνει μαζί με το δρόμο στη θέση Αργύρη.

Σ΄αυτή τη λάκα παρακλάδι υπάρχει  μια μικρή πηγή που όπως τη θυμήθηκα εγώ ήταν μόνο για να ξεδιψάνε τα πουλάκια. Δεν ξέρω αν παλαιότερα μαζεύανε νερό για πότισμα. Η λάκα ανήκει στον Αλέξη Τσαπάρα.

Πάνω όμως από αυτή τη λάκα αρχίζει το ρέμα Γκουσιέτι. Είχε μια καλή πηγή στο σημείο που ενώνεται με τον δρόμο που είχε ανοίξει το δασαρχείο για τις πυρκαγιές από τη θέση Κουμαριά ως τη θέση Αργύρη. Σε αυτήν την πηγή δεν θυμήθηκα επίσης να έχουν περιβόλια.

Εκείνο που θυμάμαι είναι η σπηλιά του Γκουσιέτι που  βρίσκεται γύρω στα διακόσια μέτρα πιο πάνω από την πηγή, στο δεξιό μέρος του ρέματος όπως ανεβαίνουμε. Αυτή τη σπηλιά θέλησε να αξιοποιήσει ο Βασίλης Μπιλάλης, ιερομόναχος, με το όνομα Νικόδημος Αγιορείτης.

Δεν θυμάμαι ημερομηνίες, αλλά θυμάμαι που πήγαμε  με σκαπανικά να την καθαρίσουμε, είναι ένα σπήλαιο που δεν φαίνεται από το ρέμα. Η είσοδός του κοιτάει προς τα δυτικά και ο χώρος της είναι μέχρι ένα δωμάτιο. Λέγεται ότι την χρησιμοποιούσαν επί τουρκοκρατίας άνθρωποι κυνηγημένοι από το καθεστώς.

Και πάλι όμως στο θέμα μας.

Βαδίζοντας ανατολικά της Φέγκρας στη θέση Κόψι υπάρχουν δύο πηγές, μια στο δρόμο ακριβώς κάτω από το εκκλησάκι της Παναγίτσας, που ανήκει στην οικογένεια Τσαπάρα Γιάννη (Τσάμη).

Από πάνω αμέσως σε χωράφι του Ανάστου Λέντζου υπάρχει άλλη πηγή. Τις δύο αυτές πηγές χρησιμοποιούσαν οι παλαιότεροι για να  ποτίζουν τα περιβόλια.

Πάνω όμως από τις δύο αυτές πηγές  και συνέχεια του ίδιου ρέματος είναι η πηγή Κονάκια, σε χωράφι που  ανήκει στην οικογένεια Γ. Λέντζου (ταχυδρόμου). Αυτή την πηγή μαζί με την πηγή Πουρνάρι που θα αναφερθούμε παρακάτω, χρησιμοποίησε το χωριό  μας για πόσιμο νερό μέχρι που φέραμε το νερό από την Αύρα.

Να σημειώσουμε ότι το νερό Πουρνάρι – Κονάκια ερχόταν στο χωριό με φυσική ροή. Η παραχώρηση της πηγής Κονάκια στην κοινότητα είχε γίνει κανονικά όπως προβλέπεται από το νόμο. Δεν θυμάμαι όμως ποιο ήταν το μέγεθος του αντιτίμου. Ο δρόμος που πηγαίναμε στα κονάκια να γίνουν οι εργασίες και μετέπειτα να επιβλέπουμε για τυχόν ζημιές ή πολλές φορές για τον καθαρισμό της δεξαμενής, ήταν από το εκκλησάκι της Παναγίτσας ακολουθώντας τον δρόμο που πήγαιναν στα χωράφια της Παλιοβρέστας και το τελευταίο χωράφι του Γιάννη΄Σεβόπουλου περνάγαμε απέναντι όπως ήταν ο παλιός ο δρόμος προς το χωράφι Κονάκια του ταχυδρόμου.

Στο σημείο που πέρναγε ο δρόμος Παλιοβρέστα Κονάκια, ακριβώς από κάτω λάκα Ανάστου Λέντζου υπήρχε και εκεί μια μικρή πηγή νερού άνευ σημασίας.

 

Η αμέσως επόμενη λάκα προς ανατολάς είναι η λάκα της Πατουλιάς. Εκεί δεν υπάρχει πηγή, στην επόμενη όμως λάκα που λέγεται Λακαντρέρι υπάρχει η πηγή Λακαντρέρι. Εκεί υπήρχε μαντρούλα μπροστά από την πηγή και ωραίος πετρινος κουτουλας κατασκευασμένος  επί Τουρκοκρατίας. Ιστορικό μνημείο για το χωριό μας το οποίο διέλυσαν κάτοικοι του χωριού μας. Δεν μπορώ να αναφέρω ονόματα και εξαφάνισαν και τον κούτουλα, που θα έπρεπε τουλάχιστον, να φυλάσσεται σε κάποιο χώρο σαν μουσειακό αντικείμενο.

Το νεράκι της πηγής Λακαντρέρι χρησιμοποιούσαν οι οικογένειες Λουκά και Γεωργίου Δημακόπουλου για περιβολάκι, επειδή η περιοχή τους ανήκει. Ήταν δε και ένας μεγάλος πλάτανος που τον είχε φυτέψει ο Διονυσάκης ο Λέντζος, δίπλα από την πηγή αλλά και αυτόν τον εχαράκωσαν και εξεράθη.

Η ίδια λάκα προς τα πάνω διασταυρώνεται με τον δασικό δρόμο Κουμαριά Αργύρη και στο σημείο αυτό βγαίνει ένα νεράκι που ονομάζεται το νερό του Νικολάκη στο Μισοράχι. Το ίδιο όμως ρέμα προς τα πάνω αν και πολύ ανηφορικό μας βγάζει στην πηγή που λέγεται Πουρνάρι.

 

Η επόμενη λάκα λέγεται λάκα Ντουκάτη. Στη λάκα υπάρχουν δύο πηγές. Η μια βγαίνει στην πλαγιά από Σεσιγγούστι και η άλλη στο μέσον της λακίδας πλησίον Σεϊντουκάτη Λακατζίβα. Λέγεται ότι αυτό το νεράκι θέλησαν να το κατοχυρώσουν οι παλαιοί σαν κοινοτικό και αντέδρασε τότε ο Θανάσης ο Γέρος που πήγαν να κατοχυρώσουν το νερό, και εκείνη τη μέρα κόντεψαν να γίνουν τρία εγκλήματα.

Όπως προαναφέραμε η πηγή αυτή μαζί με τα κονάκια ήταν το πρώτο νερό που φέραμε στο χωριό με φυσική ροή.

Το Πουρνάρι, μια πηγή κατασκευασμένη επί τουρκοκρατίας, με χτισμένη πέτρινη δεξαμενή για να μαζεύεται πολύ νερό επειδή την παλιά εποχή πήγαιναν εκεί οι τσοπάνηδες τα κοπάδια τους για να τα ποτίσουν. Μπροστά είχε έναν κόρυτα που πρέπει να ήταν φτιαγμένος από ασπράδι αυγών, επειδή εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν τσιμέντα. Φυσικά είχε και έναν πέτρινο κούτουλα, που με είχε ξεδιψάσει στα νεανικά μου χρόνια άπειρες φορές.

Όλα αυτά εξαφανίστηκαν μετά και την κατασκευή υδρομάστευσης της πηγής, για να έλθει το νερό στο χωριό.

Τι να πει κανείς, λες και υπάρχουν άνθρωποι που έδωσαν εξετάσεις για ανθρώπους και απέτυχαν!!!

Όταν όμως φέραμε το νερό της Αύρας, εγκατελήφθη το δίκτυο ύδρευσης Πουρνάρι-Κονάκια- Μηλιές και στη θέση Λιούτσιδες είχε σπάσει μια σωλήνα και χυνόταν το νερό.

Μετά όμως από μερικά χρόνια αποφάσισαν να φτιάξουν δεξαμενή και πήραν το νερό από την πηγή Λιούτσιδες.

Λιούτσηδες, μια πηγή που βρίσκεται στο χωράφι Ν. Τσούμπα (Ξυνού), την οποία μεταφέραμε στη δεξαμενούλα που έφτιαξε ο Θ. Πίππας. Την εργασία αυτή ανέλαβε και πραγματοποίησε ο Θεόδωρος Πίππας του Αριστείδη. Όποιον ενδιέφερε να βρει αυτή τη δεξαμενή βρίσκεται περίπου στη μέση της διαδρομής Πουρνάρι-Λιούτσηδες όπως πήγαινε παλιό δρομάκι 5-6 μέτρα από κάτω στο καταράχι.

 

Ανατολικά της λάκας Λακαντουκάτι περνάμε το ίσιωμα Σεϊντουκάτη και όταν φτάσουμε στο χωράφι Δημ. Λέντζου (Μπαμπακιές) δίπλα στο ανατολικό μέρος ένα μικρό ρεματάκι καταλήγει στης Κουμαριάς το ρέμα. Εκεί λοιπόν που τελειώνει το ρεματάκι υπάρχει η πηγή (Μηλίτσα) αλλά εποχιακή πιθανόν από βρόχινα νερά του χειμώνα και επειδή το υπέδαφος δεν το απορροφούσε λόγω υποστρώματος γλίνας. Το νερό το απέβαλε στο σημείο που έσμιγε με το ρέμα Κουμαριάς – Καλύβας ρέμα.

Η εποχή που έβγαζε νερό ήταν κυρίως η άνοιξη και τις καλές χρονιές κράταγε μέχρι Ιούλιο – Αύγουστο. Τώρα τα τελευταία χρόνια πρέπει να έχει χαθεί η πηγή επειδή στο σημείο αυτό ο Λέντζος Αποστόλης έβαλε μπουλντόζα για να ανεβάσει δρόμο στο χωράφι του και πιθανόν να βρήκε το νερό αλλού διέξοδο. Ήταν όμως πολύ νόστιμο και δροσερό το νερό της.

Στη συνέχεια προχωρώντας πάντα προς ανατολάς περνάμε τις περιφέρειες Πολυγένι – Γκούρι – Αρακουμπάτη – Κουμαριά – Παλιοκλήσι. Μετά περνάμε και το ρέμα που βγαίνει ρέμα Κουμαριά –Κάπελη και το λέμε το ρέμα της Μάρθας (Σουρια) και φτάνουμε στο ρέμα το Σπιθάρι.

Εκεί από το ρέμα Κουμαριά μέχρι την πηγή το Σπιθάρι ειναι χωράφια του Γ. Λέντζου (Μπούνα) και μετά την πηγή προς τα πάνω είανι το λαγκάδι που βγαίνει στην Κάπελη.

Το Σπιθάρι είναι μια πηγή που βγάζει πολύ λίγο νερό και στερεύει σπάνια. Πηγάζει κάτω από ένα μεγάλο βράχο, εκεί έβαζαν οι προγόνοι μας ένα φυλλαράκι από δέντρο στην άκρη της μικρής γούρνας της πηγής για να βγάζει το νεράκι προς τα έξω. Κάτω τοποθετούσαν τη βαρέλα ή την πύλινη βίκα ή ότι άλλο είχαν και μετά από ορισμένη ώρα γυρνούσαν και το έβρισκαν γεμάτο.

Και τελευταία να αναφέρουμε το «Πηγάδι», που βρίσκεται στην τοποθεσία Πηγάδι στον Μηλιώτικο κάμπο, στο κάτω μέρος της πλαγιάς προς την Κάπελη. Είναι στο σημείο που αρχίζει η ρεματιά Λακαχαρντάμη που βγαίνει στον Άι – Γιώργη, μεταξύ των χωραφιών Γεωργίου Μπιλάλη (Σκούρα) και Στέφανου Λέντζου.

Ήταν όντως ένα πηγαδάκι, γύρω στα δύο μέτρα βαθύ και στον πυθμένα του κρατούσε μέχρι πενήντα πόντους νερό. Πολλές φορές όταν αρκετοί κάτοικοι έπαιρναν νερό, αυτό τελείωνε, όμως την άλλη μέρα πάλι σιγά σιγά η πηγή γέμιζε.

Τώρα τα τελευταία χρόνια επί προεδρίας Χ. Καραγιάννη έγινε μια υδρομάστευση ακριβώς κάτω από το πηγάδι. Με σωλήνες μεταφέρθηκε στη δεξαμενή που είναι επί του δρόμου στο αλώνι του Παναγιωτόπουλου, έξω από το χωράφι του Νικόλαου Κασικαντίρη.

 

 

Ανάστος Λέντζος

  • Οι εκκλησίες του χωριού
  • Οι εκκλησίες του χωριού
  • Οι εκκλησίες του χωριού
  • Οι εκκλησίες του χωριού
  • Οι εκκλησίες του χωριού
  • Οι εκκλησίες του χωριού
  • Οι εκκλησίες του χωριού

Οι εκκλησίες του χωριού

Το χωριό μας έχει πέντε εκκλησίες

  1. Τον προστάτη του χωριού μας Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο, αγαπημένο μαθητή του Χριστού, που σ΄ αυτόν ανέθεσε την φροντίδα της Παναγίας, Μητέρας Του, από τον Σταυρόν του μαρτυρίου λέγοντάς του: «Ιδού η Μήτηρ σου».
  2. Την εκκλησία της  Παναγίας, που βρίσκεται στη θέση Παλιοβρέστα απέναντι από το χωριό, την οποία πανηγυρίζουμε στις 23 Αυγούστου.
  3. Τον Άγιο Δημήτριο, στη θέση Άη Δημήτρη, ο οποίος ανεγέρθει δαπάνη Δημητρίου και Παναγιώτας Νικολοπούλου και στη συνέχεια και άλλων κατοίκων του χωριού. Το οικόπεδο του ναού δώρισε ο Γιάννης Τσαπάρας ‘Τσιάμης’.
  4. Την  εκκλησία της Αναστάσεως του Κυρίου, στο έμπα του χωριού. Ανεγέρθει στο οικόπεδο Φιλοποίμενος Γιαννόπολου μαζί με την οικονομική του συνδρομή και πολλών άλλων χωριανών, εις μνήμην του υιού του Χρήστου που εγκατέλειψε τα εγκόσμια σε νεαρά ηλικία κάτω των τριάντα ετών.
  5. Την εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, η οποία βρίσκεται στη θέση Στανιντούλα, επί του δρόμου Μποντίνι-Τελάλη. Να αναφέρουμε ότι είναι το νεότερο εκκλησάκι του χωριού μας και ανεγέρθει δαπάνη των κατοίκων της περιοχής, με την επιμονή απ΄όσο θυμάμαι του Γεωργίου Σεβόπουλου (Μπόγου). Το οικόπεδο ανήκει στην ενορία Αγίου Ιωάννη Θεολόγου, δωρεά Παναγιωτόπουλου.

 

Λέγεται ότι παλαιότερα υπήρχε μια εκκλησία του Προφήτου Ηλία στη θέση Άη-Λιά, μεταξύ των δύο χωραφιών του Διονυσίου Λέντζου και του Νικολάου Τσούμπα. Υπάρχουν εκεί και σωρός από πέτρες που μαρτυρούν του λόγου το αληθές. Ερείπια εκκλησίας υπάρχουν και στον Σεσιμάδι Πάϊκου Λέντζου αφιερωμένα στον Άγιο Κωνσταντίνο.

Για όσους θέλουν λεπτομέρειες, είναι γύρω στα πενήντα  μέτρα κάτω από την πηγή Λιούτσιδες, που ήταν μέσα στο χωράφι του Αλέξη Κασκαντίρη, που τώρα πήρε ως προίκα ο Νίκος Τσούμπας (Ξυνός).

Επίσης λέγεται πως υπήρχε εκκλησάκι στη θέση Παλιοκλίση, στο χωράφι του Αντρέα Δούμα, που βρίσκεται στη θέση Κουμαριά, περιφέρειας Μηλεών. Το χωράφι λέγεται παλιοκλήσι και είναι  κάτω από την τοποθεσία Σούργια, στους πρόποδες, ας πούμε, της Κάπελης.

Ακόμη κάθε χρόνο πηγαίνουμε και εκκλησιαζόμαστε στον Άη-Γιώργη, που ανήκει στην ενορία Δούκα και λέγεται για τον περισσότερο ξένο κόσμο Λαλέικος Άη-Γιώργης. Βρίσκεται στο δρόμο Μποντίνι-Σταυροδρόμι Τελάλη, στην Ακροκάπελη προς την Τριέσα, αγροτική περιφέρεια Μηλεών.

Σ΄αυτή την εκκλησία είχαμε σαν κοινότητα ενοριακό μέρισμα. Θυμάμαι πως οι παλαιότεροι έβγαζαν δίσκο στην εκκλησία. Δεν ξέρω της ποιος από της παλαιότερους επιτρόπους παραιτήθηκε του δικαιώματος και έτσι η εκκλησία έμεινε ενοριακά στην κοινότητα Δούκα.

Της να αναφέρουμε την Αγία Παρασκευή που ανήκει ενοριακά στην κοινότητα Δούκα και ευρίσκεται ακριβώς στην Αύρα, στο σημείο που ήταν τα καντάλια και κουβαλούσαν όλοι οι Μηλιώτες με τα νεροβάρελα και τα ζώα νερό.

Πρέπει της να αναφέρουμε ότι εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής, σύμφωνα με μαρτυρίες παλαιοτέρων υπήρχε τα πολύ παλιά χρόνια στη θέση Σινεπρέμπτι περιφέρειας Μηλέων και συγκεκριμένα στο χωράφι του Κώστα Πίππα.

Τελευταία να αναφέρουμε την τοποθεσία Άη-Θανάση, που βρίσκεται στο σταυροδρόμι, που λέμε στο γεφύρι στον Κάτου Κάμπο. Υπάρχει και προσκυνητάρι επί του δρόμου μεταξύ των χωραφιών Αθανασίου Χ. Λέντζου και Ανάστου Λέντζου.

 

 

Τα ασβεστοκάμινα του χωριού

Τα ασβεστοκάμινα του χωριού ήταν οκτώ τον αριθμό και  βρίσκονταν στις εξής τοποθεσίες:

  1. Αρχίζοντας από το Δουκέικο ρέμα ένα ασβεστοκάμινο βρίσκεται  στο Τριλάγγαδο, στο χωραφάκι του Δ. Τσαπάρα (Χαλικιά).
  2. Στο άλλο ρέμα προς βορρά του χωριού βρίσκεται ένα ασβεστοκάμινο κάτω από τη Μόλα ακριβώς κάτω από το χωράφι του Γιάννη Τσαπάρα (Τσιάμη) στην Κατουνίστα.
  3. Μετά πιο πάνω απέναντι από το δρόμο του χωριού που πάμε για Παναγίτσα στο κάτω μέρος του χωραφιού του Δ. Καραγιάννη, στη θέση Φούρα.
  4. Άλλο ένα είναι πιο πάνω στη θέση Κερτεσούμα, στο σημείο που το ρέμα σμίγει με το ρέμα της Κουμαριάς.
  5. Φεύγουμε από αυτή την περιοχή και πάμε στη θέση Λαδικού, εκεί υπάρχει ασβεστοκάμινο στο ρέμα Λαδικού που βγαίνει στου Αραμπόσι.
  6. 7. Επίσης δύο ασβεστοκάμινα είναι στο ρέμα στη Σκόζα.
  7. Υπάρχει όμως και ψηλά από το ρέμα στη Σκόζα ένα ασβεστοκάμινο στη θέση Σκουφί. Για αυτό λέγεται πως έπεσε μέσα ένα μικρό παιδί τις ημέρες που το έκαιγαν, και δεν το πρόλαβαν και κάηκε. Αυτή όμως η ιστορία είναι πολύ παλιά και δεν ξέρω κατά πόσο αληθεύει.

 

Ένα πολύ νεότερο μικρό ασβεστοκάμινο είχε φτιάξει ο πατέρας μου μαζί με τον αδελφό του Διονυσάκη, στη θέση Κόψι, που είχαν τότε τα περιβολάκι, στην πάνω μεριά του χωραφιού ακριβώς κάτω από τη ρεματιά της πηγής Κονάκια.

Τότε μου δόθηκε η ευκαιρία να παρακολουθήσω πως ακριβώς γινόταν η διαδικασία και να σας το περιγράψω.

Δίπλα από το ρέμα που είναι το τοίχωμα της πλαγιάς έσκαβαν ένα στρογγυλό λάκκο με τις διαστάσεις που ήθελαν, ανάλογα με τον όγκο της πέτρας που ήθελαν να μετατρέψουν σε ασβέστη.

Αυτό το σκάμα ήταν ανοιχτό προς το ρέμα και κλειστό προς την πλαγιά. Το σχήμα του ανοίγματος ήταν περίπου σαν όρθιο αυγό. Εκεί άρχιζαν από το κάτω μέρος αφήνοντας στο κέντρο ένα στρογγυλό κενό, περίπου στους ογδόντα πόντους. Όταν χτίζοντας έφταναν στο άνοιγμα κανόνιζαν κάπου εκεί να μείνει η πόρτα σε διαστάσεις που να χωρούσαν τα κλαριά που θα έριχναν μέσα στη φωτιά μέχρι που να τελειώσει το καμίνι.

Αυτή την πόρτα έχτιζαν κυκλικά με πέτρες μέχρι που στο επάνω μέρος κλείδωνε  σε σχήμα φούρνου. Μετά ότι υλικό είχε μείνει το έβαζαν πάνω και ήταν έτοιμο για φωτιά. Όταν αποφάσιζαν να το κάψουν έπαιρναν τα ρούχα τους, τα τοποθετούσαν στο πρόχειρο καλύβι που είχαν ετοιμάσει και άρχιζαν την εργασία.

Πρέπει να πούμε πως οι καμινάδες από την ώρα που έβαζαν φωτιά πρέπει να ήταν παρόντες εκεί μέχρι που θα τελείωνε το καμίνι. Δεν έπρεπε το ασβεστοκάμινο να μείνει ούτε στιγμή χωρίς φωτιά έως ότου τελειώσει.

Άρχιζαν λοιπόν την εργασία ως εξής: Ανέβαιναν στις πλαγιές γύρω από το καμίνι και κατέβαζαν λίγα λίγα όλα τα κλαριά της πλαγιάς.

Στο καμίνι ήταν συνέχεια κάποιος που το «ετάιζε» και το παρακολουθούσε. «Ταΐζω» το καμίνι σημαίνει ρίχνω συνέχεια κλαριά για να είναι η φωτιά συνεχής και να μη σβήσει καθόλου.

Οι μέρες και οι νύχτες που διαρκούσε αυτή η ιστορία πρέπει να ήταν γύρω τις είκοσι περίπου, αλλά δεν θυμάμαι ακριβώς. Εκείνο που σίγουρα θυμάμαι ήταν ότι οι πέτρες μέσα στο καμίνι ήταν κόκκινες αναμμένες. Στο τέλος του καμινιού για να είναι σίγουροι οι καμινάδες ότι τελείωσε το καμίνι πέταγαν με φόρα πέτρες απ΄έξω και αυτές κόλλαγαν μέσα στο καμίνι, λες και τις πέταγες πάνω σε χαρμάνι για σοβά.

Μετά το άφηναν ένα χρονικά διάστημα να κρυώσει, αφού προηγουμένως το είχαν σκεπάσει με κάτι, για τυχόν βροχή. Πρέπει να πούμε ότι ο ασβέστης δεν επιδέχεται νερό γιατί αρχίζει να βράζει και διαλύεται. Όταν πια κρύωνε καλά έβγαζαν τον ασβέστη σε πέτρες και τον μετέφεραν  όπου ήθελαν για αποθήκευση.

 

 

 

Ανάστος Λέντζος