Λέξεις που χάνονται.

Τα χρόνια και οι αιώνες περνάνε και στο διάβα τους, σαν ορμητικά ποτάμια παρασύρουν οτιδήποτε εμείς οι άνθρωποι αφήνουμε να παρασυρθεί …

Τρόπους, συνήθειες, ήθη και έθιμα, αλλά ακόμα και τον τρόπο που μιλάμε …
Όταν σαν παιδιά ακούγαμε την έκφραση: «… Το βούλιαξε το βλοημένο» ξέραμε πως έξω βρέχει επί ώρες ασταμάτητα κι αν βγαίναμε έξω θα γινόμασταν «αρτσίδι» (μούσκεμα). Η μανάδες μας μας τοίμαζαν στα «αγκιά» (κατσαρολικά), μια «πλοχεριά τριφτάδες» για να «τηλωθούμε» (χορτάσουμε).

Αν – όπως συνήθως- κάναμε και καμιά ζημιά εισπράτταμε την απείρου κάλλους ευχή «- Μπά που να γένεις στάχτη και μπούρμπερη, ταμπλοβαρεμένο» και μείς τι άλλο να κάνουμε «λουμώναμε» (κρυβόμασταν).

Ήταν η «ντοπιολαλιά μας» , ο τρόπος που καταλαβαίναμε τα νοήματα. Πέρασαν τα χρόνια, αφήσαμε τις λέξεις … και μας άφησαν. Λέξεις μωσαϊκό με προέλευση άλλες Αρχαιοελληνικές ή Δωρικές, Ενετικές, Σλαβικές, Τούρκικες ή Αρβανίτικες. Έλαχε στους χρόνους μας, αυτή μας η τοπική διάλεκτος να χάνεται οριστικά μαζί με την βαριά ιδιότυπη ορεινή προφορά μας .

Είναι όμως μέρος της ιστορίας μας, της κουλτούρας μας. Ας την σώσουμε σαν ανάμνηση τουλάχιστον, υπακούοντας στην προτροπή του ποιητή:

«ΝΑ Τούτο ΜΟΝΟ ξέρεις
Οτι σώσεις μες ΣΤΗΝ Αστραπή
καθαρό ΣΤΟΝ αιώνα ΘΑ διαρκέσει»
και θα διαρκέσει
«… χρόνους τακτούς, όσους η γνώση ορίζει …»

Ξεκίνησα πριν αρκετά χρόνια να συγκεντρώνω κάποιες απ ‘αυτές τις λέξεις και στην πορεία ανακάλυψα κάποια πολύτιμα βιβλία, το «Λεξικό της Ντοπιολαλιάς» του Κώστα Πανόπουλου και «Αναζητώντας τις ρίζες μας» του Ιωάννη Ασημακόπουλου, καθώς και το αριστούργημα του συμπατριώτη μας Στυμφάλιου (από τη Ντούσια) Βαγγέλη Βαρδουνιώτη «Πικρά – γλυκά μου χρόνια» τα οποία στάθηκαν θησαυροί γνώσεων για το θέμα.

Εκεί βρήκα λέξεις που κι εγώ -αλλά και οι περισσότεροι φαντάζομαι- είχα ξεχάσει οριστικά . Ήχησαν στ ‘αυτιά μου με παράπονο και στάθηκαν μια από τις αιτίες δημιουργίας αυτής της ιστοσελίδας . Καταθέτω σήμερα αυτό το υλικό που συγκεντρώθηκε με την ελπίδα κάποιους να ενδιαφέρει …
(όποια διόρθωση ή συμπλήρωση με χαρά δεκτή)

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΟΥΡΤΗΣ

πηγή: http: // www.psarikorinthias.gr/missing.html

Αα
Άγανα(τα) = οι (ενοχλητικές) τρίχες που έχουν τα στάχια.
Αγκιά (τα) = δοχεία και σκεύη της μαγειρικής (κατσαρόλες, πιάτα κ.λπ.).
Αγιάζι (το) = η νυχτερινή διαπεραστική ψύχρα
Αγιογδύτης (ο) = ο χωρίς αναστολές εκμεταλλευτής
Αγλέορας  = Βότανο, με γαλακτώδη δηλητηριώδη χυμό  ,
(μετ.) –«έφαγε τον αγλέορα» = έφαγε πολύ
Αγκομαχάω = βογκάω από πόνο ή κόπο
Αγκωνάρι (το) = γωνιακός, ακρογωνιαίος λίθος
Αγκωνή (η) = η γωνία  του σπιτιού, «μια αγκωνή ψωμί»
Αγνάντιο = απέναντι
Άγουρος = ανώριμος, άπειρος νέος
Αγουρίδα (η) = το άγουρο ξινό σταφύλι
Αγριάδα (η) = είδος αγριόχορτου, θυμός
Αγρικάω = ακούω κάτι, καταλαβαίνω
Αγύριγος = αγύριστος – «να πας στον αγύριγο» (διάβολο)
Αδειάζω  (είμαι) αδειανός = ευκαιρώ, έχω ελεύθερο χρόνο (- Έλα απ’ το σπίτι… – Δεν αδειάζω…)
Aδερφομοίρια = τα αμοίραστα μερίδια που ανήκαν σε αδέρφια
Αδράχτι (το) = εργαλείο της ρόκας για το γνέσιμο (κλώσιμο) του μαλλιού  για να γίνει νήμα
Αερικό (το) = Το φάντασμα, η νεράιδα
Αζάτικος = απείθαρχος – ανυπότακτος – απείθαρχο παιδί
Ακόνι (το) = πέτρα για λείανση κοφτερών εργαλείων
Ακαμάτης (ο) = ο τεμπέλης
Ακουμπέτι = τέλος πάντων, επί τέλους, παρά ταύτα.
Αλάλιασα = τρέλανα
Αλαξιά (η) = φορεσιά, τράμπα, ανταλλαγή
Αλάργα = μακριά
Αλαφιασμένος (ο) = τρομαγμένος
Αλαφροΐσκιωτος (ο) = αυτός που βλέπει αερικά, στοιχειά, φαντάσματα
Άλειμμα (το) = το χοιρινό λίπος στην λαήνα. (ομηρική λέξη)
Αλεσιά (η) = αλεσμένη ποσότητα σταριού
Αλέτρι (το) = γεωργικό εργαλείο για το όργωμα της γης.
Αλισίβα (η) = βρασμένη στάχτη με νερό για το πλύσιμο των ρούχων, (μετ.)=το πόσιμο νερό που έχει ζεσταθεί υπερβολικά από τον ήλιο
Αλειτούργητος = ο άθρησκος – αυτός που δεν έχει πάει σε εκκλησία
Αλιγδώνω = αλείφω με ζωικό λίπος, «αλίγδωσε τα ρούχα του» =τα λέρωσε
Αλισβερίσι (το) = συναλλαγή, δοσοληψία, συνεργασία,
Αλουνού = άλλου
Αλύχτημα (το) = το γοερό γαύγισμα
Αλωνάρης, αλωνιστής (ο) = ο μήνας Ιούλιος
Αλώνι = 1.το κυκλικό μέρος, στρωμένο με πλάκες που αλώνιζαν, 2.το νέφος γύρω από το φεγγάρι.
Αλπού ή αλουπού (η) = η αλεπού, είδος τοπικού σταφυλιού (αλπούδες)
Αμέτι μουχαμέτι = το έβαλε σκοπό ,πείσμα
Αμή, αμί = ναι
Αμπάριζα (η) = παλιό ομαδικό παιχνίδι
Αμπολάω = αμολάω,αφήνω
Αμποριά (η) = Η πρόχειρη πόρτα στο χωράφι ή την στρούγκα
Αμόλα = φεύγα
Αμόνι = σιδερένια βάση που πάνω της σφυρηλατούσαν για να διαμορφώσουν το καυτό σίδερο
Άμπακας = υπερβολικό φαγοπότι ( – έφαγε τον άμπακα)
Αμπάρι = ξύλινη αποθήκη του σπιτιού για αποθήκευση σιταριού
Αμπλαούμπλας = ο ασουλούπωτος – αυτός που λέει βλακείες
Αμποδάω = εμποδίζω ,  αμπόδηκε = δεν άφησε
Αναβροχιά = ανομβρία
Ανακαψίλα (η) = η καούρα
Αναγελάω = χλευάζω, κοροϊδεύω
Ανακλαδίζομαι = τεντώνομαι να ξεμουδιάσω
Αναμαλλιάρης- αναμαλλιασμένος = με αχτένιστα μαλλιά
Αναμπουμπούλα (η) = η φασαρία, η αταξία
Αναπιάνω = ανακατώνω το προζύμι με νερό και αλεύρι- φτιάχνω τη ζύμη του ψωμιού
Αναχαράζω = αναμασάω, μυρικάζω
Ανάρια (τα) =αραιά
Ανάρμεγος, (η,ο) = το θηλυκό ζώο που δεν έχει αρμεχθεί.
Ανάρτηγο = νηστίσιμο, «Το φαγητό είναι ανάρτηγο»
Ανασταίνω = αναθρέφω, επαναφέρω στη ζωή
Αναχρικά (τα) = τα απαραίτητα πράγματα του σπιτιού (κουζινικά), φυλαγμένα για ώρα ανάγκης
Ανημπόρια = η αρρώστια
Ανερώτηγα = χωρίς άδεια
Αντί (το) = εξάρτημα του αργαλειού, ξύλο κυλινδρικό  που τυλίγεται  το στημόνι( νήμα), αντιά = βγαίνει από την λέξη εντείνω = τραβώ, απλώνω και τανύω = τανώ (τεντώνω)
Ανυφάντρα (η) = η υφάντρα
Αντίδερο = αντίδωρο από τον Ιερέα στο εκκλησίασμα
Αντίκρυ = απέναντι
Αντιριέμαι = Δυσκολεύομαι, επιφυλάσσομαι
Αξάι (το) = αλεστικό δικαίωμα
Απαγγιάζω = κρύβομαι από τον αέρα,
Απάγκιο (το) = απάνεμο,  αποκούμπι, από-άγγειος = απάνεμος
Απαντάω = συναντάω κάποιον  « – Τον απάντησα στο δρόμο…»
Απαρατάω = αφήνω-εγκαταλείπω
Αποκλαδούρα = άκλαδο, ακλάδευτο, εγκαταλελειμμένο αμπέλι
Αποκόβω = απογαλακτίζω.
Αποκούμπι = στήριγμα για τα γηρατειά
Απόλυσε =  φύτρωσε (ή αμόλυσε)
Απλογιέμαι = απαντάω σε κάποιον από μακριά (έχει ως ρίζα την λέξη «απολογούμαι»)
Απλοχεριά (η) = όσο χωράει μια παλάμη
Αποπαίδι = το αποκληρωμένο παιδί
Απόρριξε = όταν κάποιο ζώο απέβαλε το έμβρυο που κυοφορούσε
Αποσπερού (επίρ.) = απόβραδο
Αποσταίνω = κουράζομαι, Απόστασα = κουράστηκα
Απότρυγα = μετά τον τρύγο
Αράδα = σειρά
Άρατος = έφυγε, εξαφανίστηκε, «έγινε άρατος !»
Άραχνος = άτυχος- για λύπηση, σκοτεινός «μαύρος και άραχνος»
Αργαλειός = μηχανισμός για την ύφανση του νήματος ώστε να γίνει υφαντό.
Αργητό = καθυστέρηση «δεν είναι αργητό»
Αργιεύω = αραιώνω, «-Πάω γι’ αργιέματα στα μέσα…»
Άρεντος = αράντιστος
Αρίδα (η) = το πόδι- το καλάμι του ποδιού
Αρλούμπα (η) = κουταμάρα, ανοησία
Αρκουμάνι = το θηρίο- ο εύσωμος
Άρμη (η) = το πηχτό αρμυρό γάλα μαζί με τρίμματα τυριού
Αρμολόι = γέμισμα των αρμών του τοίχου
Αρμάρι = το ξύλινο ντουλάπι στο κούφωμα του τοίχου που φύλαγαν φρούτα , γλυκά κ.λ.π.
Αρνάδα = χρονιάρα προβατίνα που κρατήθηκε για αναπαραγωγή  (αντίστοιχα – κατσικάδα για τα γίδια)
Αρνόκουρα (τα) = μαλλιά από την κουρά των αρνιών
Αρουλιέμαι = ωρύομαι  «το σκυλί αρουλιέται»
Αρούποτος = αχόρταγος, «το βαγένι που δεν ρουπώνει» (που βγάζει νερό)
Αρτένουμε = τρώγω μη νηστήσιμα φαγητά, παραβιάζω τη νηστεία
Άρτζι – μπούρτζι = «τρέχα γύρευε», ανακάτωμα, «άρτζι – μπούρτζι και λουλάς», από το αρμενικό αρτζιβούριον = νηστεία τις απόκριες
Αρτσίδι = βρεγμένος μέχρι το κόκαλο.
Ασκί (το) = επεξεργασμένο δέρμα κατάλληλο για δοχείο
Ασουλούπωτος, (η, ο) = ατημέλητος
Αστράχα = το κενό μεταξύ τοίχου και σκεπής, σίγουρο μέρος για κρύψιμο
Αστροφεγγιά (η) = τα άστρα φέγγουν χωρίς φεγγάρι.
Άταρος = ο αδύναμος «άταρο αυγό» (χωρίς τσόφλι)
Ατσάκιγος = ατσαλάκωτος- που δεν τσακίζεται
Αυγατάω = αυξάνω, φτάνω
Αφόρεγο (το) =  καινούργιο
Αφόρμησε = ερεθίστηκε η πληγή
Άφραγγος (ο) = χωρίς χρήματα
Αφώτιγο = πολύ πρωί πριν χαράξει
Αχαΐρευτος = ανεπρόκοπος
Αχάραγο = πριν το ξημέρωμα
Άχερο (το) = το άχυρο
Αχαμνός, (η, ο) = ο αδύνατος
Αχουγιάζω = μαλώνω- φωνάζω δυνατά, αγριεύω
Αχούρι (το) = στάβλος γουρουνιών, αχυρώνας, ακατάστατο σπίτι
Αχρόνιαγο = το άτυχο- το κακορίζικο,  χαϊδευτική φράση ή βρισιά για παιδιά
Άχτι (το) = το γινάτι

Ββ
Βάβισμα (το) = γαύγισμα « – το σκυλί βαβίζει) (από το αρχαίο βοώ)
Βαγένι (το) = το κρασοβάρελο, μεγάλο δρύινο  βαρέλι για αποθήκευση κρασιού
Βάγια = η δάφνη
Βάνω = Βάζω.
Βάρδα = απομακρύνσου, φύγε μακρυά    (βάρδα φουρνέλο !! )
Βαρέλα = (η) ξύλινο μικρό βαρέλι για νερό
Βαρικό, βαρκό (το) = βάλτος, βούρκος, χωράφι με νερό
Βγάζω = κηδεύω «τον έβγαλαν»
Βελάνι = ο καρπός της βελανιδιάς
Βέμπελη = Αφόρητη ζέστη «έβγαλα τη βέμπελη»
Βερβερίζω = κλαίω- σκούζω από τον πόνο
Βερεσέ, (επίρ.) = με πίστωση, από το τούρκικο veresiye
Βετούλι (το) = κατσίκι ενός χρόνου
Bιτσίνα (η) = εμβόλιο
Βλάμης = αδελφοποιτός
Βλάχος = ο τσέλιγκας, ο φουστανελάς, ο ακοινώνητος
Βλοημένο (το) = ευλογημένο «το βούλιαξε το βλοημένο» (ασταμάτητη βροχή)
Βολά ( η) = φορά (πρώτη βολά)
Βούζα (η) = βατράχι μεγάλο
Βούτα = 1) αρπαγή 2)ξύλινο δοχείο για τα τσίπουρα  3) το βούτηγμα της μπουκιάς
Βουτσί = 1) κρασοβάρελο – ξιδοβάρελο,  σκεύος για μεταφορά υγρών  2) «είναι βουτσί στο μεθύσι » (έχει πιει ένα κρασοβάρελο)
Βρακοζώνι (το) = η ζώνη
Βραστογαλιά (η) = βραστό γάλα

Γγ
Γαϊδουράγκαθο (το) = αγαπημένο φυτό των γαϊδάρων
Γαλάρια (τα) =οι προβατίνες ή κατσίκες που κρατούν  γάλα, το αντίθετο από τα στέρφα που δεν έχουν
Γδυτός = γυμνός
Γέννημα (το) = το σιτάρι
Γέρνω = (μετ.) κοιμάμαι – πάω να γείρω 2) παρακμάζω
Γιδοξούρι (το) = σκωπτικά ο κουρεμένος σαν γίδι, ο άξεστος
Γιούκος (ο) = στοίβα  ρούχων που τοποθετούνται με σειρά (τούρκικη λέξη yk)
Γιοματάρι (το) = το βαγένι με το νέο κρασί
Γιούρτι (το) =  χωράφι κοντά στο σπίτι
Γκαβαλίνες (οι) = περιττώματα γαϊδάρων
Γκαβός (ο) = αλλήθωρος   (Γκαβίζω =  αλληθωρίζω)
Γκανιάζω = 1.διψάω πολύ ,2.κάνω κάτι υπερβολικά «-Το παιδί γκάνιαξε στο κλάμα»
Γκαρίζω = τραγουδάω φάλτσα (σαν τον γάιδαρο).
Γκεζεράω = Περιφέρομαι άσκοπα (- που γκεζέραγες; )
Γκεσέμι (το) = οδηγός του κοπαδιού με το μεγαλύτερο τροκάνι ή κουδούνι.
Γκιόσα (η) = μαύρη γίδα με δυο άσπρες ρίγες στο πρόσωπο ή άσπρη κοιλιά.
Γκούσια (η) = το στομάχι των πουλερικών (σλάβικη λέξη=gusa)
Γκλάβα (η) = χοντροκέφαλο, «δεν κατεβάζει (ιδέες) η γκλάβα του»
Γκλαφούνισμα = αλύχτημα σκύλου
Γκορτσιά (η) = αγριοαχλαδιά ( αρβανίτικη λέξη= goritse )
Γλάρα (η) = 1.νύστα, 2.καθαρός καιρός «-απόψε έχει γλάρα»
Γλατζινιά (η) = είδος αειθαλούς δέντρου
Γλέπω ή γλιέπω = βλέπω
Γλήγορα = γρήγορα
Γκλίτσα (η) =  Ποιμενική κυρτή σκαλιστή λαβή με περίτεχνη ξύλινη διακόσμηση που εφαρμόζει σε ραβδί.
Γκράς (ο) = 1)  είδος όπλου 2)  «είσαι γκράς» δεν παίρνεις μπρος  με τίποτα.3)  Ο σταθερός και ευθύς χαρακτήρας
Γκρατζουνάω = γδέρνω με τα νύχια
Γνέμα (το) = το νήμα
Γκαρδαμώνω = δυναμώνω – ανάρρωση
Γνέθω = φτιάχνω νήμα (γνέμα) για ύφανση στη ρόκα (γνέσιμο)
Γούπατο (το) = τόπος που βουλιάζει
Γούρνα (η) = λακκούβα με βρόμικο στάσιμο νερό (αρχαία λέξη= γρώνη)
Γουρνοτσάρουχα = παπούτσια από δέρμα γουρουνιού
Γουρουνίτσα (η) = παλιό ομαδικό παιχνίδι
Γράνα (η) =  η στενή λωρίδα που χωρίζει τα χωράφια
Γρουμπούλι (το) = στρογγυλός ακανόνιστος όγκος, « μεγάλα γρουμπούλια έχει ο χυλός»
Γωνιά (η) = το σημείο γύρω από την εστία του τζακιού.
Χχ
Xαβάς (ο) = ο σκοπός τραγουδιού
Χαγιάτι (το ) = ο ξύλινος εξώστης, η βεράντα
Χαϊμαλί (το) = 1.το στολίδι των ζώων με χάντρες 2.το φυλαχτό
Χαΐρι (το) =  η προκοπή « – Δεν θα ιδείς χαϊρι και προκοπή»
Χαμοκέλα (η) = ισόγεια πέτρινη ή πλίνθινη κατασκευή  που χρησίμευε για  αποθήκη
Χάμου = χάμω, κάτω
Χαμπέρι (το) =  η  είδηση, το μαντάτο
Χαμπερίζω =  υπολογίζω, λογαριάζω
Χαμπηλώνω χαμπηλά = Χαμηλώνω, χαμηλά
Χαράμι = άδικα
Χαραμοφάης = ο τεμπέλης,  αυτός που τρώει χωρίς να προσφέρει
Χάρβαλο (το) =  Το χαλασμένο, διαλυμένο, ετοιμόρροπο
Χάση (η) = το χάσιμο του φεγγαριού
Χάσκω = γελάω με αφέλεια, με το στόμα ανοιχτό
Χασκογελάω = χαζογελάω χωρίς λόγο
Χασομέρι (το) = η αργοπορία, χαμένος χρόνος « – Μη χασομεράτε…»
Χαχαλάκι (το) = ο πολύ γέρος και αδύναμος άνθρωπος
Χάχας (ο) = αυτός που γελάει διαρκώς & άσκοπα
Χαψιά (η) = η μπουκιά
Χειρόβολο  (το) = μια χεριά θερισμένα στάχυα δεμένα με καλαμιά (σύνθετη λέξη με καταβολή αρχαία- όσο χωρά ένα χέρι)
Χεριά (η) =  όσο πιάνει ένα χέρι
Χερικό (το) = το καλό χέρι όπως το ποδαρικό
Xερχέρι = γρήγορα- γρήγορα, αμέσως
Χιονίστρα (η) = μούδιασμα με κοκκίνισμα και πόνους των άκρων από το  κρύο
Χλαπακιάζω = Τρώγω λαίμαργα και με θόρυβο
Χλιαίνω = Ζεσταίνω
Χόβολη (η) =  η θράκα, τα αναμμένα κάρβουνα σκεπασμένα με στάχτη
Χολιασμένος = ο θυμωμένος, στενοχωρημένος
Χούι = Άσχημη συνήθεια, ελάττωμα
Χούνη (η) = 1. Στενό μέρος που ο θόρυβος δημιουργεί αντίλαλο 2. Σκοτεινό στενό μέρος
Χουνέρι (το) = μεγάλη ζημιά, βλάβη, πάθημα
Χουχουλιέμαι= Ζεσταίνω με την αναπνοή τα χέρια, ανασαίνω πάνω στα χέρια μου
Χουχλάζει = κοχλάζει, βράζει, χούχλος
Χτένι (το) = 1) οδοντωτό εξάρτημα του αργαλειού, κατασκεύασμα με ακίδες καλαμιού που περνούν τα νήματα του στημονιού 2) μικρή χτένα μαλλιών
Χτικιό (το) = Ανίατη ασθένεια, η φυματίωση
Xτικιάρης (α,ικο) =  ο φυματικός, ο φθυσικός
Χυλοπίτες = Ζυμαρικό κομμένο σε λωρίδες ή παραλληλόγραμμα κομμάτια
Χυλός (ο) = πρόχειρο φαγητό στο τέντζερη με αλεύρι και νερό
Χωρατό (το) = το γέλιο, το αστείο
Ψψ
Ψείρες (οι) = παλιό παιχνίδι (με λακκούβες και μπάλα)
Ψιλολοΐδια = μικροπράγματα
Ψιχάλα (η) = το ψιλόβροχο
Ψιχαστήρα (η) = Μεταλλική χειροκίνητη συσκευή για τον ψεκασμό του αμπελιού
Ψυχοπονάω = λυπάμαι, σπλαχνίζομαι (Ψυχοπονιάρης =λυπησιάρης)

 για να ολοκληρώσουμε τη δουλειά μας,

 100 ελληνικές λέξεις σλαβικής προέλευσης :

  1. αγκιτάτορας
  2. ασβός
  3. αστρέχα [το γείσο της στέγης]
  4. βάβω / μπάμπω
  5. βαγένι
  6. βάλτος
  7. βαρδάρης
  8. βεδούρα [ξύλινο δοχείο για το γάλα]
  9. βερβερίτσα
  10. βίδρα
  11. βίτσα
  12. βλάχος
  13. βοεβόδας
  14. βολοδέρνω [κατά το ΛΚΝ μόνο, ο Μπαμπινιώτης παράγει τη λέξη από τον βώλο του χώματος]
  15. βότκα
  16. βρικόλακας
  17. γιάφκα
  18. γκλάβα
  19. γκλαβανή [η καταπακτή]
  20. γκορτσιά
  21. γουστερίτσα
  22. γράνα [χαντάκι]
  23. γρεντιά [ξύλινο δοκάρι]
  24. ζαβλακώνομαι [κατά Μπαμπινιώτη μόνο, το ΛΚΝ παράγει από ζαβώνω + βλακώνω]
  25. ζαλίκι [φορτίο, και ρ. ζαλικώνω / ζαλώνω]
  26. ζούζουλο [ζωύφιο]
  27. ιντελιγκέντσια
  28. καρβέλι
  29. καρούτα [ποτίστρα για τα ζώα]
  30. καρτόφι [πατάτες στα ποντιακά]
  31. καστραβέτσι [αγγούρι]
  32. κλούβιος [κατά ΛΚΝ, ο Μπαμπινιώτης εκφράζει επιφυλάξεις]
  33. κνούτο
  34. κολεκτίβα
  35. κολχόζ
  36. κόρα
  37. κόσα [γεωργικό κοπτικό εργαλείο]
  38. κοτσάνι [ο Μπαμπινιώτης θεωρεί πως είναι τουρκικό δάνειο, πιθανώς σλαβικής απώτερης αρχής]
  39. κοτσίδα [ο Μπαμπινιώτης δίνει ελληνική ετυμολογία]
  40. κουλάκος
  41. κουνάβι
  42. κούρκος
  43. κουρνιάζω
  44. κουτάβι
  45. λακκούβα [με παρετυμολογία προς τον λάκκο]
  46. λόγγος
  47. λούτσα [κατά Μπαμπινιώτη είναι αλβανικό δάνειο]
  48. μαγούλα
  49. μαζούτ [το ΛΚΝ το θεωρεί δάνειο από αγγλ. ή γαλλικά, ρωσικής αρχής]
  50. μενσεβίκος
  51. μισίρκα [γαλοπούλα στα σερρέικα]
  52. μόρα
  53. μουζίκος
  54. μουντός
  55. μπαλαμούτι
  56. μπάρα [με τη σημασία «λάκκος με νερά, λιμνούλα»]
  57. μπέμπελη
  58. μπολσεβίκος
  59. μπουχός
  60. μπράτιμος
  61. μπροστέλα [με παρασύνδεση με τη λέξη «μπροστά»]
  62. νομενκλατούρα
  63. ντιρεκτίβα
  64. ντόμπρος
  65. οβορός [περιφραγμένη αυλή]
  66. πάπρικα
  67. περεστρόικα
  68. πέστροφα [παρετυμ. σύνδεση με το «επιστρέφω»]
  69. πιροσκί
  70. πλάβα [βάρκα λιμνίσια χωρίς καρίνα]
  71. πλόσκα [ξύλινο φλασκί]
  72. πογκρόμ
  73. προβοκάτσια
  74. πρόγκα
  75. ραβάνι [το ρυθμικό βάδισμα αλόγου, ο πλαγιοτροχισμός]
  76. ραβασάκι
  77. ρεκάζω
  78. ρήσος [ο λύγκας]
  79. ρούβλι
  80. ρούχο
  81. σαμοβάρι
  82. σανός
  83. σβάρνα
  84. σέμπρος
  85. σμερδάκι [χαμοδράκι, είδος ξωτικού]
  86. σοβιέτ
  87. σουβάλα [φυσικός ταμιευτήρας νερού]
  88. σπούτνικ
  89. στούμπος
  90. τζόρας
  91. τραντάζω [ο Μπαμπινιώτης δίνει και ελληνική εκδοχή]
  92. τρόικα
  93. τσαντίλα [το αραιοφαμένο σακούλι]
  94. τσάρος
  95. τσέλιγκας
  96. τσέργα [βελέντζα]
  97. τσίπα
  98. τσίτσα [ξύλινο δοχείο για κρασί]
  99. φράξια
  100. χουγιάζω

Α.Ντέλης – Δ. Λεντζος