ΜΑΡΤΙΑΙ ΕΙΔΟΙ*

«Κι όταν θα φθάσεις στην ακμή σου, Καίσαρ πια*…»
Ο Μάρτιος, αν ήταν μαθητής στον Μυστικό Δείπνο, θα ήταν σίγουρα ο Πέτρος. Εκεί που θ΄απαρνηθεί τρις την ίδια στιγμή τραβάει το μαχαίρι και κόβει το αυτί του ασεβούς από τον όχλο.
Στο χωριό μας συνήθως ο Μάρτιος εσύχναζε στ΄αμπέλια με γυρισμένα τα μανίκια του, που φαίνονταν τα κάτασπρα ανήλιαγα χέρια του. Για βραχιόλι είχε μια κόκκινη κλωστή από στημόνι για να μη τα κάψει ο ήλιος.
Στ΄αμπέλια τα κούρβουλα ήταν όλα ίδια, δεν ξεχώριζε η ράτσα τους σ΄αυτήν τη μεγάλη ισότητα. Και όλα τα ονόματα ήταν εκεί, γραμμένα στη σειρά τους στα κατάστιχα της καλλιέργειας του θείου αυτού φυτού.
Η Χλώρα, η Σφάκα, το Μαυρούδι, ο Βοϊδομάτης, ο Ροδίτης, το Φιλέρι, η Τουρκοπούλα, το Μερκούρι, το Μοσχούδι, όλα εκεί με κομμένα τα κλήματά τους σαν δάχτυλα κομμένα, που έσταζαν ένα πηχτό δάκρυ σαν μάτια που είχανε πονέσει πολύ.
Το πρωϊ απ΄έξω από τα καφενεία στη σειρά ήταν οι αξίνες, όπως τα όπλα που αφήνουνε οι στρατιώτες στις μικρές ανάπαυλες του πολέμου. Μέσα στα καφενεία στου Ντούμα, στου Νικολάκη, στου Ντούντουνα, οι εργάτες είχανε πιει τα πρώτα τους κονιάκ, έτσι για να βάλουνε σε σειρά τα πράγματα μέσα τους. Οι Λασδικαίοι, οι Περσεναίοι, οι Κολολετσιάνοι και οι δικοί μας. Έτοιμοι όλοι να σκορπιστούνε στα μεγάλα αμπέλια: Στου Σφαλαχτού, στου Βορρού, στη Μποκρίλα, στο Χέρωμα.
Ο ήχος από τις αξίνες και τις βαριές ανάσες ακούγονταν μέχρι απέναντι στα Μισοράχια. Μια μικρή ανάσα, φτύνουν τις παλάμες τους και ξαναρχίζουν το βαρύ τούτο έργο. Εκεί στο κολατσιό θα έπιναν μια κούπα από τούτο το θείο και ευλογημένο πιοτό και θα δόξαζαν το μέγα αυτό δημιούργημα. Κανείς όμως δεν είπε ποτέ τίποτα για τον Μάρτιο που καθότανε αντρικά πάνω στο μεγάλο κούρβουλο στην πάνω γράνα με τους μυροφόρους μάραθους και τις ρίγανες. Κι ο κόπος των εργατών βαρύς και δύσκολα πληρωνότανε σε τούτες τις εργατιές των φτωχών και των εργατικών ανθρώπων.
Αργά το απόγιομα θα γύριζαν με τις αξίνες στον ώμο τους και θα συναντιόντουσαν όλοι στ΄ αμπέλι τ΄ ανήμπορου, της χήρας, του αρρώστου, του γέρου και θα έσκαβαν όλοι μαζί σιωπηλοί και αψείς ξέροντας καλά την αποστολή τους. Λένε, εγώ δεν το είδα, ότι και ο Μάρτιος σε τούτες τις ξέλασες σήκωνε κι αυτός αξίνα και κοκκίνιζαν οι παλάμες του μιας και ήταν αμαθής σε τέτοιες βαριές εργασίες.
Το σούρουπο πια οι αξίνες κουρασμένες κι αυτές στέκονταν ακουμπισμένες στον τοίχο στο περίπτερο της Λαμπίας σαν ανθρώπινα σώματα. Μέσα στο μικρό περιπτεράκι θα πίνανε ένα τελευταίο κονιάκ για την μεγάλη ισορροπία της ψυχής σε τούτο το ξόδεμα των σωμάτων.
Ο Μάρτιος ανέβαινε πια τραγουδώντας απέναντι στην Κορδέλα έχοντας στην τσέπη του λίγο χαλβά με αμύγδαλα για τις νηστείες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Στην εκκλησία ακούγονταν οι ωραίοι ψαλμοί των Χαιρετισμών. Οι Χαιρετισμοί ήταν άλλωστε η μεγάλη αναγγελία της Άνοιξης και της Ανάστασης. Και ο έρωτας επίσης εσύχναζε εκεί έξω στην εκκλησία και στην πλατεία, φίλος κολλητός κι αυτός λένε του Μαρτίου.
Το Σάββατο το σούρουπο, θα μαζευόντουσαν όλα τα παιδιά με τα πεινασμένα μάτια να μαζέψουν τα σπερνά από τις μεγάλες συγχωρέσεις και παρουσίες των ψυχών. Οι φωνές ακούγονταν ως πέρα στις γειτονιές : «Δώσε μου και μένα θειά και θεός σχωρέστους».
Το άλλο πρωί ακούστηκαν φωνές στο σχολείο: «Ήρθανε τα χελιδόνια, ήρθανε τα χελιδόνια»
Πλέον ήτο βεβαία η άφιξις της Ανοίξεως.
Σε λίγες μέρες οι ωραίες φωλιές, σαν μικρά καρβέλια ψωμί, ήταν έτοιμες κάτω από τις μασχάλες των μπαλκονιών. Όποιος γκρεμίσει λένε φωλιά χελιδονιού είναι εχθρός του Μαρτίου και μένει πάντα εκτός της Ανοίξεως εκεί στον Χειμώνα μέσα του, όπως επίσης και απέξω από τη θεία λειτουργία του Σύμπαντος. Και πόσο μοιάζουμε πια και μεις με τα χελιδόνια, μόνο που δεν κρατάμε το λόγο μας για τις επιστροφές τις ειδές ημέρες του Μαρτίου.
Τα παιδιά πια θα είχαν αρχίσει την αποστήθιση των ποιημάτων της 25ης Μαρτίου με την επώδυνη εκείνη αναζήτηση των εθνικών ενδυμάτων. Ακομη χαράζουν το δέρμα μου τα αποφόρια των μεγάλων στις εθνικές εκείνες καρικατούρες των μελλοντικών ηρώων. Από την άλλη αίθουσα στο σχολείο ακούγονταν η δυνατή φωνή των μεγάλων, που έφτανε ίσια στη λάκα με τις ψηλές αριές και τις κουτσουνίδες.
«Μέριασε βράχε να διαβώ
το κύμα ανδρειωμένο
λέει στην πέτρα του γιαλού
θολό συννεφιασμένο.»*
Μετά θα περνούσαμε σε ίσιες σειρές κάτω από τα προστάγματα των εντολέων μέσα από την αγορά για την εκκλησία με τους μεγάλους και τα στεφάνια.
Μετά θα μετρούσαμε κάθε μέρα τις ημέρες για το Μεγάλο Πάσχα.
«… ας περιμένει ακόμη
κι η Σύγκλητος αυτή, κι ευθύς να τα γνωρίσεις
τα σοβαρά γραφόμενα του Αρτεμιδώρου.»*
Κ. Π. Καβάφης

 
* Τίτλος ποιήματος του Κ.Π.Καβάφη. Ειδοί: Οι δέκα τελευταίες ημέρες του μήνα.
* Ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη