Τα ασβεστοκάμινα του χωριού

Τα ασβεστοκάμινα του χωριού ήταν οκτώ τον αριθμό και  βρίσκονταν στις εξής τοποθεσίες:

  1. Αρχίζοντας από το Δουκέικο ρέμα ένα ασβεστοκάμινο βρίσκεται  στο Τριλάγγαδο, στο χωραφάκι του Δ. Τσαπάρα (Χαλικιά).
  2. Στο άλλο ρέμα προς βορρά του χωριού βρίσκεται ένα ασβεστοκάμινο κάτω από τη Μόλα ακριβώς κάτω από το χωράφι του Γιάννη Τσαπάρα (Τσιάμη) στην Κατουνίστα.
  3. Μετά πιο πάνω απέναντι από το δρόμο του χωριού που πάμε για Παναγίτσα στο κάτω μέρος του χωραφιού του Δ. Καραγιάννη, στη θέση Φούρα.
  4. Άλλο ένα είναι πιο πάνω στη θέση Κερτεσούμα, στο σημείο που το ρέμα σμίγει με το ρέμα της Κουμαριάς.
  5. Φεύγουμε από αυτή την περιοχή και πάμε στη θέση Λαδικού, εκεί υπάρχει ασβεστοκάμινο στο ρέμα Λαδικού που βγαίνει στου Αραμπόσι.
  6. 7. Επίσης δύο ασβεστοκάμινα είναι στο ρέμα στη Σκόζα.
  7. Υπάρχει όμως και ψηλά από το ρέμα στη Σκόζα ένα ασβεστοκάμινο στη θέση Σκουφί. Για αυτό λέγεται πως έπεσε μέσα ένα μικρό παιδί τις ημέρες που το έκαιγαν, και δεν το πρόλαβαν και κάηκε. Αυτή όμως η ιστορία είναι πολύ παλιά και δεν ξέρω κατά πόσο αληθεύει.

 

Ένα πολύ νεότερο μικρό ασβεστοκάμινο είχε φτιάξει ο πατέρας μου μαζί με τον αδελφό του Διονυσάκη, στη θέση Κόψι, που είχαν τότε τα περιβολάκι, στην πάνω μεριά του χωραφιού ακριβώς κάτω από τη ρεματιά της πηγής Κονάκια.

Τότε μου δόθηκε η ευκαιρία να παρακολουθήσω πως ακριβώς γινόταν η διαδικασία και να σας το περιγράψω.

Δίπλα από το ρέμα που είναι το τοίχωμα της πλαγιάς έσκαβαν ένα στρογγυλό λάκκο με τις διαστάσεις που ήθελαν, ανάλογα με τον όγκο της πέτρας που ήθελαν να μετατρέψουν σε ασβέστη.

Αυτό το σκάμα ήταν ανοιχτό προς το ρέμα και κλειστό προς την πλαγιά. Το σχήμα του ανοίγματος ήταν περίπου σαν όρθιο αυγό. Εκεί άρχιζαν από το κάτω μέρος αφήνοντας στο κέντρο ένα στρογγυλό κενό, περίπου στους ογδόντα πόντους. Όταν χτίζοντας έφταναν στο άνοιγμα κανόνιζαν κάπου εκεί να μείνει η πόρτα σε διαστάσεις που να χωρούσαν τα κλαριά που θα έριχναν μέσα στη φωτιά μέχρι που να τελειώσει το καμίνι.

Αυτή την πόρτα έχτιζαν κυκλικά με πέτρες μέχρι που στο επάνω μέρος κλείδωνε  σε σχήμα φούρνου. Μετά ότι υλικό είχε μείνει το έβαζαν πάνω και ήταν έτοιμο για φωτιά. Όταν αποφάσιζαν να το κάψουν έπαιρναν τα ρούχα τους, τα τοποθετούσαν στο πρόχειρο καλύβι που είχαν ετοιμάσει και άρχιζαν την εργασία.

Πρέπει να πούμε πως οι καμινάδες από την ώρα που έβαζαν φωτιά πρέπει να ήταν παρόντες εκεί μέχρι που θα τελείωνε το καμίνι. Δεν έπρεπε το ασβεστοκάμινο να μείνει ούτε στιγμή χωρίς φωτιά έως ότου τελειώσει.

Άρχιζαν λοιπόν την εργασία ως εξής: Ανέβαιναν στις πλαγιές γύρω από το καμίνι και κατέβαζαν λίγα λίγα όλα τα κλαριά της πλαγιάς.

Στο καμίνι ήταν συνέχεια κάποιος που το «ετάιζε» και το παρακολουθούσε. «Ταΐζω» το καμίνι σημαίνει ρίχνω συνέχεια κλαριά για να είναι η φωτιά συνεχής και να μη σβήσει καθόλου.

Οι μέρες και οι νύχτες που διαρκούσε αυτή η ιστορία πρέπει να ήταν γύρω τις είκοσι περίπου, αλλά δεν θυμάμαι ακριβώς. Εκείνο που σίγουρα θυμάμαι ήταν ότι οι πέτρες μέσα στο καμίνι ήταν κόκκινες αναμμένες. Στο τέλος του καμινιού για να είναι σίγουροι οι καμινάδες ότι τελείωσε το καμίνι πέταγαν με φόρα πέτρες απ΄έξω και αυτές κόλλαγαν μέσα στο καμίνι, λες και τις πέταγες πάνω σε χαρμάνι για σοβά.

Μετά το άφηναν ένα χρονικά διάστημα να κρυώσει, αφού προηγουμένως το είχαν σκεπάσει με κάτι, για τυχόν βροχή. Πρέπει να πούμε ότι ο ασβέστης δεν επιδέχεται νερό γιατί αρχίζει να βράζει και διαλύεται. Όταν πια κρύωνε καλά έβγαζαν τον ασβέστη σε πέτρες και τον μετέφεραν  όπου ήθελαν για αποθήκευση.

 

 

 

Ανάστος Λέντζος