Αγιογραφίες

Τα πρώτα μου κυνηγετικά βήματα μ’ έφεραν εκείνη την Παρασκευή του Σεπτέμβρη του 1969 στην Κωπαϊδα. Δεκαεννιάρης, σε άριστη φυσική κατάσταση, γεμάτος πόθο για τη θεά Άρτεμη, θα έκανε και τον πιο φανατικό να τρομάξει απ’ την λαχτάρα μου για κυνήγι και περιπέτεια.

Αυτό και η τύχη μου, με το βραδινό εκπρές των 10, μ΄έφεραν στην Αλίορτο εκείνη τη μέρα αργά στις 12. Μετά από έναν σπαρτιάτικο ύπνο στο παγκάκι του σιδηροδρομικού σταθμού κι έναν καφέ στα γρήγορα το χάραμα στο καφενείο του χωριού, άρχισα την επομένη να ταλαιπωρούμαι στον αχανή κάμπο για κανένα τρυγόνι, εις μάτην.

Αποκαμωμένος και φαρμακωμένος από την ζήλια μου να βλέπω 15-20 ορτύκια στις κρεμόστρες των φερματζήδων, έφτασα αργά το απόγευμα πίσω στο χωριό και στο καφενείο του κ. Μπαζάκη να περιμένω το επόμενο τρένο για την επιστροφή στην πρωτεύουσα. Εκεί, στην κουβέντα μας με τους ντόπιους «από που είσαι, ποιος είσαι..» και άλλα τέτοια, γυρίζει ο Μπαζάκης και μου λέει: «Σκυλιά έχεις;»

«Οχι» του απαντώ

«Αυτοκίνητο έχεις;»

«Όχι» του ξαναλεω

«Τότε μην περιμένεις να βαρέσεις τίποτα, αν δεν γνωρίσεις τον “Καψοφουσέκη”»

Και άρχισαν να μου εξιστορούν τι εστί «Καψοφουσέκης». Μου είπαν τόσα, που ούτε τρένο άκουσα, ούτε σπίτι θυμήθηκα, λες και σταμάτησε ο χρόνος. Τόσα που ζευγάρωσε το ψέμα με την αλήθεια και έπλασαν τον μύθο!

Κατάπληκτος έβλεπα και τους ίδιους τους ντόπιους να εκστασιάζονται και αυτοί, διηγούμενοι το κατόρθωμα του.

«Που θα τον βρω ρε παιδιά» τους ρωτώ ξαναμμένος.

«Αυτό το Σαββατοκύριακο έχει πάει κάτιλεφτάδες για πέρδικες» μου λένε, «αν μείνεις ως αύριο το βράδυ θα τον γνωρίσεις».

Διότι ο «Καψοφουσέκης» ήταν επαγγελματίας κυνηγός, όχι ως προς την πώληση θηραμάτων, αλλά σαν οδηγός για όλα τα κυνηγιά, σε όλη την επικράτεια. Ταυτόχρονα και εκπαιδευτής σκύλων, πουλώντας τα έτοιμα ή ως κουτάβια, ενισχύοντας έτσι την πενιχρή του τότε σύνταξη. Ούτε λόγος για φευγιά. Μένω ως την επόμενη το βράδυ και γνωρίζω τον Μύθο!

Συναντηθήκαμε στο καφενείο του Μπαζάκη όπου σύχναζε. Ο καφετζής με σύστησε, αν και δεν χρειαζόταν, γιατι θα τον ξεχώριζα μέσα σ’ όλο το χωριό. Βλέμμα βαθύ, εξεταστικό, διαπεραστικά, που σε διάβαζε μεμιάς ολόκληρο. Μετρίου αναστήματος, γύρω στα 67, τσακισμένο πρόσωπο αλλά αγέρωχο, με το πέτωπο ελαφρώς ψηλό προς τα πίσω, δείγμα σιγουριάς, υπερηφάνειας και δικαιολογημένης υπεροψίας.

Το βήμα του αργό, βαρύ, με τη θέση ισχυρότερη της άρσης, σαν να ‘θελε, να ριζώσει στο πάτωμα. Η φωνή του, παρόμοια με τον χαρακτήρα του, αργή, βαριά, με λόγο ζυγισμένο και αλάθευτο σαν την τουφεκιά του. Όλα τα αρσενικά επίθετα δεν φτάνουν για να περιγράψουν το χαρακτήρο του.. Όλα πλην ενός και μάλιστα γένους θηλυκού: την μπέσα! Αυτός ήταν ο «Καψοφουσέκης».

«Σωτήρη, να σου συστήσουμε το παλικάρι από εδώ που θέλει να σε γνωρίσει» του είπε ο Μπαζάκης.

Χαιρετηθήκαμε, συστηθήκαμε και κάτσαμε σ’ ένατραπεζάκι να τα πούμε.

Κατά πως μου είχαν ορμηνέψει, κυνηγούσε μόνο επ’αμοιβή. Μα από μένα τον πιτσιρίκο τι να πάρεις. Τέλος πάντων, τα ‘παμε εν μέσω κρασοκατάνυξης, στην οποία όποτε συμμετείχε, μετάνιωνες που άρχιζε.

Αυτό ήταν και το μοναδικό μελανό του σημείο. Το ποτό, με το οποίο προσπαθούσε να διαγράψει τη χειρότερη ανάμνηση της ζωής του, που θα αναφέρω στην συνέχεια.

Δεν θυμάμαι μια βραδιά που να μην τον στήριξα στους ώμους μέχρι το σπίτι του, όμως κι εδώ επιβεβειωνόταν ο τρομερός χαρακτήρας του, έχοντας πλήρη συνείδηση, με κουβέντες μετρημένες και απίστευτη αυτοκυριαρχία.

Τα ‘παμε λοιπόν και συμφωνήσαμε προς μεγάλη μου χαρά, να κυνηγήσουμε το μεθεπόμενο Σαββατοκύριακο. Τώρα, θες το πάθος μου, θες η γενναιοψυχία του, θες η χημεία που λένε, καταφέραμε να αναπτύξουμε μια φιλία τόσο δυνατή, που ακύρωνε ακόμα και επαγγελματικά ραντεβου για να κυνηγήσουμε μαζι.

Οι πρώτες συγκινήσεις

Οι πρώτες εξορμήσεις- μαθήματα, τρομερές συγκινήσεις για μένα που έβλεπα πρώτη φορά φέρμες, κρατώντας τουφέκι σε δικά μου θηράματα.

«Πρόσεξε», μου έλεγε, «μην τραβήξεις αν δεν σου πω, εντάξει;»

Και με έβαζε στη σωστή θέση.. Που να με κρατήσει, όμως, το πάθος! Σόμπως θύελλα χιμούσα να ξεριζώσω κάθε ίχνος εγκράτειας και να οι απανωτοί ντουμπλέδες, να και τα καρούμπαλα, από το κοντάκι του Smith στο κεφάλι μου, με την αγριοφωνάρα του στ’αυτιά μου:

«Μη βιάζεσαι ρεεε»

Η τεχνική του, λοιπόν, στην τουφεκιά της πέρδικας και του ορτυκιού ήταν απλή και πάντα θανατηφόρα. Στο σήκωμα του πουλιού, γίνεται γρήγορη επώμιση και άμεση παρακολούθηση. Σκόπευση έως και 30μ. (Αν το έδαφος το επιτρέπει ή όσο το επιτρέπει)

.

Σε όλη τη διάρκεια της φάσης οι αισθήσεις είναι τεταμένες, μήπως σηκωθεί και άλλο πουλί δίπλα, οπότε τραβώντας το πρώτο γυρίζουμε στο δεύτερο κλπ. Όση ώρα όμως σκοπεύουμε το πρώτο, έχουμε κάνει όλες τις απαιτούμενες διορθώσεις και το σπουδαιότερο, έχουμε αποβάλει το στρες της συγκίνησης και του αιφνιδιασμού, ώστε η βολή μας να ‘ναι σχεδόν πάντα επιτυχής. Χωρίς μάλιστα να ντουμπλάρουμε χάνοντας και δεύτερο φυσίγγι, που πιθανόν να χρειαστούμε για το δεύτερο πουλί.

Συμπέρασμα: Ψυχραιμία, εκμετάλευση και κατανομή χρόνου, καθ’ όλη τη φάση της φέρμας.

Προϋπόθεση βέβαια σ’ αυτή την τακτική είναι η ακινησία του σκύλου στο ξεπέταγμα του θηράματος.

Όταν, μετά από χρόνια απέκτησα τα δικά μου σκυλιά, έζησα τρομερές συγκινήσεις με τη μέθοδο αυτή, ενθυμούμενος τα λόγια του.

Τα κατορθώματα του δεν ξέρω πόσες σελίδες θα γέμιζαν εξιστορώντας τα. Τα μάθαινα, όμως, πάντα από τους άλλους, ποτέ από τον ίδιο. Άπειρα και τα στοιχήματαπου κέρδιζε, πανάκριβα μερικές φορές, από κάτι επίδοξους «πιστολάδες» που πάσχιζαν να ανταγωνιστούν τη φήμη του.

Διότι ο «Καψοφουσέκης» δεν αστοχούσε ποτέ! Και όχι μόνο.. Ποτέ δεν τον είδα να κάνει επώμιση και την ακυρώνει. Αδιάψευστος μάρτυρας γι’ αυτό, το ίδιο του όπλο, ένα παλιό Smith, που εξετάζοντας το για πρώτη φορά, διαπίστωσα έκπληκτος τη δεξιά κάννη γεμάτη οπηλιές και την αριστερή σχεδόν άθικτη. Θύμα λοιπόν της φήμης αυτής έπεσε και ο αείμνηστος Αλ. Πειρουνάκης (εκδότης τότε των «Κυν. Νλεων»), με το περιβόητο «στοίχημα του κόκορα».

Έδενε λεναν κόκορα στο χωράφι γύρω στα 20-30μ. και σου επέτρεπε μια βολή, με ότι φυσίγγι ήθελες (εκτός μονόβολου και ψήφων),  που άγνωστο γιατί, ποτέ δεν σκότωνε! Έπειτα τον εκτελούσε ο ίδιος μ’ ένα δικό σου ίδιο φυσίγγι, μπρος στα έκπληκτα μάτια σου. Όσο και αν προσπάθησα να μάθω το μυστικό, δεν το κατάφερα.

Αμέτρητα και το κυνήγια κάθε λογής σε φωτογραφίες της εποχής, ασπρόμουρες. με όποιον επώνυμο ήθελες, των οποίων το όνομα ουδέποτε έκανε χρήση. Δεν ξέρω τι να πρωτοθυμηθώ και ν’ αναφέρω μέσα σε τόσο λίγο χώρο. Οφείλω όμως, να δικαιολογήσω εν μέρει την «οινοφιλία» του, που άρχισε με το θάνατο της αγαπημένης του γυναίκας. Όπως οφείλω να αναφέρω και τη μεγαλύτερη του αποκοτιά, όταν για έναν άστοχο λόγο του, κάποτε έβαλε φωτιά στο σπίτι του! Μάλιστα, καλά διαβάσατε, έκαψε το σπίτι του για έναν λόγο! Αυτός ήταν ο «Καψοφουσέκης»!

Όμως είναι σχεδόν βέβαιο οτι χάνεις γρήγορα οτι πολυ αγαπάς. Έτσι, ήρθε και η δύσκολη στιγμή του αποχωρισμού, όταν με κάλεσε η πατρίδα να παρουσιαστώ στην Κρήτη.

Αποχαιρετιστήκαμε ένα Σάβατο του Ιούνη συγκινημένοι βαθιά, λες και ήταν η τελευταία φορά, που όπως απεδείχθη.. ήταν!

«Άντε ρε, και όποτε παίρνεις καμιά άδεια να ‘ρχεσαι να σε βλέπω να καίμε κανένα φουσέκι. Και μην σκιάζεσαι το χρόνο, μόνο οι γυναίκες ξεχνούν» μου είπε.

Το πρώτο γράμμα στο στρατό, πάλι προς μεγάλη μου έκπληξη, δεν ήταν ούτε από τους γονείς μου, ούτε από φίλο, ούτε από την καλή μου. Ήταν από τον «Καψοφουσέκη» κι είχε μέσα ένα 500ρικο και μια φωτογραφία με την αγαπήμένη του σκυλίτσα με την αφιέρωση:

«Ενθύμον αγάπης εις τον φίλο Γεώργιον. Σωτήριος Τσαπάρας εκ. Πύργου Ηλείας. Αλίατρος. 13/07/1971».

POSTED: 14 Δεκεμβρίου 2020